ΒΙΒΛΙΟ

«Ημουν ζημιάρης τραγουδιστής»

150

«Η βραχνάδα του έρχεται από μακριά, εξελικτική της φωνής προγόνων λαϊκών τροβαδούρων: θεριστών και τρυγητών, βοσκών, οικοδόμων, γυρολόγων που διαλαλούν την πραμάτεια τους στα χωριά και ξελογιάζουν τις κυράδες, εργατών στις φάμπρικες και στα λιμάνια του κόσμου», γράφει ο Μίμης Ανδρουλάκης για τον Γιώργο Μαργαρίτη. Και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου επισημαίνει ότι, ακόμη και αν ο δημοφιλής τραγουδιστής «ξενίζει μερίδα της αστικής κουλτούρας», εκείνος τραγουδά με ένταση που περιέχει την παράδοση, την αυθεντικότητα και τη βιωματικότητα. Ολα αυτά στο βιβλίο του ερευνητή και συγγραφέα Κώστα Μπαλαχούτη με τίτλο «Γιώργος Μαργαρίτης, Ο λαϊκός τραγουδιστής» (εκδ. Μένανδρος).

«Ο Μαργαρίτης είναι στέρεος και ξάστερος», θεωρεί ο Μπαλαχούτης. «Οπου και αν εμφανίζεται, επικρατεί το αδιαχώρητο, κυρίως από νέους ανθρώπους που αισθάνονται τη βιωματική σχέση που έχει με το ρεπερτόριο, την αλήθεια και την αυθεντικότητά του». Εχει ενδιαφέρον, όμως, να δει κανείς πώς τον αποδέχονται συνάδελφοί του τραγουδιστές ή τραγουδοποιοί που έχουν ροκ καταγωγή.

imoyn-zimiaris-tragoydistis0
Με τους Διονύση Σαββόπουλο και Νίκο Πορτοκάλογλου.

Ο ίδιος μέντορά του θεωρεί τον Β. Τσιτσάνη. Λατρεύει το έργο του, όπως του Μ. Βαμβακάρη και του Γ. Παπαϊωάννου. Γαλουχήθηκε στα «ζόρικα» μπουζούκια της δεκαετίας του ’70, στη β΄ εθνική του τραγουδιού και στις δισκογραφικές της Ομόνοιας, πριν τον προσέξουν οι μεγάλοι. Συνεργάστηκε με τον Τάκη Σούκα, τα τραγούδια του «ήταν κουστούμια πάνω μου», και έπειτα με τους Αντώνη Ρεπάνη, Βασίλη Βασιλειάδη, Αντώνη Κατινάρη, Ακη Πάνου, Χρήστο Νικολόπουλο, Τάκη Μουσαφίρη, μετρώντας χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, και έχει ενδιαφέρον πώς μπόλιασε τη λαϊκότητα μιας άλλης εποχής που εκπροσωπεί, με το ύφος των Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Μάνου Ελευθερίου, Ηλία Κατσούλη, Μανώλη Ρασούλη, Σταμάτη Κραουνάκη, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Οδυσσέα Ιωάννου, Γιώργου Ανδρέου, Ευανθίας Ρεμπούτσικα.

Ο Γ. Μαργαρίτης είχε το τραγούδι μέσα του από μικρός στα Μπάγια Τρικάλων όπου γεννήθηκε. Εζησε στερημένα, όμως έπεισε τον πατέρα του να συναντήσει τον Βασίλη Τσιτσάνη. Το 1959, στα Τρίκαλα, πήγαν στο καφενείο των αδελφών Τσιτσάνη. Ο συνθέτης ήρθε στο καφενείο –ήταν δίπλα στο σπίτι–, με τις πιτζάμες. Ο μικρός τον κοιτούσε μαγεμένος να παίζει τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». «Με το μικρό δάχτυλο ακουμπούσε στο σώμα του μπουζουκιού για στήριγμα και ισορροπία και με την πένα χτυπούσε τη χορδή με την ένταση που χρειαζόταν». «Οταν τελειώσεις το σχολείο και τον στρατό, έλα στην Αθήνα να με βρεις», του συνέστησε ο συνθέτης όταν τον άκουσε.

Αλλά όταν πήγε ανυπόμονος στα 15 του να τον βρει, η φωνή δεν είχε ακόμη μεστώσει. Η Αθήνα το φθινόπωρο του ’60, με μια κουβέρτα και λίγα ψιλά που του έδωσε κρυφά η μητέρα του, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ο πρώτος ύπνος ήταν στο πράσινο της οδού Ψαρών στο Μεταξουργείο. Οι δουλειές διαδέχονταν η μία την άλλη, όπως οι παράγκες και οι αυλές. Σε μια αυλή γνώρισε τον «Ταρίφα» ή, αλλιώς, Μελέτη Τσιρόπουλο, που του έδειξε τα πρώτα ακόρντα.

imoyn-zimiaris-tragoydistis1
Με τον Άκη Πάνου.

Ο Μαργαρίτης μιλάει ανοιχτά και για το πάθος του. Ηταν μια εποχή που «βασίλευε μέσα μου ο τζόγος και με έκανε ό,τι ήθελε αυτός». Το 1976 γνωρίζεται με τον Τάκη Σούκα κι εκείνος του ξεκαθαρίζει ότι πρέπει να κόψει «τις κακές συνήθειες». Το πάθος ήταν τέτοιο που στη γεμάτη οικόπεδα, τότε, λεωφόρο Βουλιαγμένης είχε τις «κρυψώνες» του. «Διάλεγα πέτρες και όταν έφερνα καλή ζαριά, έβαζα κάτω από αυτές ένα ποσό για να ’χω στις γκίνιες μου». Παράλληλα πάλευε με το τραγούδι.

Το 1976 γνώρισε από κοντά τον Κορυδαλλό «από κάποιες συμπτώσεις. Αδικα. Δεν φυλακίστηκα, πέρασμα έκανα». Καθώς ο φύλακας τον οδηγούσε στη Β΄ πτέρυγα, είδε δυο φίλους και «ράγισε η καρδιά μου». Χάρηκαν κι εκείνοι και άναψαν φωτιά με εφημερίδα για να του ψήσουν καφεδάκι. Στη σύσταση του φύλακα να πάει στην πτέρυγα Β΄ γιατί εκεί ήταν οι βαρυποινίτες, εκείνος προτίμησε να μείνει με τους φίλους του. «Το κελί μου ήταν το νούμερο 32 ή 33, δεν θυμάμαι ακριβώς». Και ο Κορυδαλλός; «Είναι άτιμο πράγμα, αλλά και μεγάλο σχολείο». Η σύμπτωση; Το 1987 κάνει σουξέ με το τραγούδι των Γ. Μάμμου – Σαράντου Τσιλιβερδή «Στο κελί 33».

imoyn-zimiaris-tragoydistis2
Με τον Ιταλό μουσικό και τραγουδιστή Σαλβατόρε Ανταμό.

Στη βιογραφία του έχει ενδιαφέρον η παράλληλη κοινωνικοπολιτική καταγραφή του Κ. Μπαλαχούτη. Ενα από τα θέματα που θίγει είναι τα λαϊκά κέντρα του ’60 και του ’70, με μπράβους, φιγουρατζήδες, μπελαλήδες, όπως σημειώνει. Ο Μαργαρίτης περιγράφει πως τότε χόρευε ένας και χτυπούσαν παλαμάκια δέκα, ενώ σήμερα χορεύουν όλοι μαζί». Αναφέρει και τις άγριες εποχές στα μπουζούκια.

«Νταήδες της νύχτας με όνομα βαρύ. Εμένα με αγαπούσαν και τους κουλάντριζα ωραία. Ερχόντουσαν αργά, τότε που έκλεινα το πρόγραμμα. Πάντα το φινάλε ήταν δικό μου. Ημουν ζημιάρης τραγουδιστής (…)». Δηλώνει και «τραγουδιστής αντοχής. Θέλω να τραγουδάω πολύ και δυο και τρεις ώρες».

«Βασιλιάς» του ήταν ο Καζαντζίδης και ας αποσύρθηκε το 1966. Ομως, στα μαγαζιά όπου δούλευε ο Μαργαρίτης, συχνά πήγαινε η μητέρα του Στέλιου, η κυρία Γεσθημανή: «Μου ζητούσε τραγούδια του γιου της, που της τα έλεγα με μεγάλη ευχαρίστηση». Εξίσου θαυμάζει τον Ακη Πάνου: «Αν υπήρχε ένας νέος Ακης, οι πιτσιρικάδες θα ξέχναγαν τα ραπ και τραπ και θα άκουγαν λαϊκά». Με το «Δε με νοιάζει», τους 667 και τον Θ. Μανίκα, επιβεβαίωσε το γκελ που είχε στους νέους. Οτι «ακόμη και οι ροκάδες με νιώθανε δικό τους». (…) Ομως με αυτό το κομμάτι βάλαμε και στέφανα». Επειτα, το «Πεθαίνω για σένα» του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, σε στίχους Ελένης Ράντου και Γιάννη Μαύρου, άγγιξε μεγαλύτερο ακροατήριο.