ΒΙΒΛΙΟ

Το «μνημείο» του Στρατηγού Μακρυγιάννη

to-mnimeio-toy-stratigoy-makrygianni-2002662

Δεν ήξερε γράμματα. Εμαθε να γράφει μεγάλος, ένα «γράψιμο απελέκητο» όπως έλεγε ο ίδιος, γιατί ήθελε ν’ αφηγηθεί τα σπουδαία και τα μεγάλα που έζησε και στα οποία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. «Ενα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι» έλεγε ο Στρατηγός Μακρυγιάννης στα «Απομνημονεύματά» του που ευτυχώς διασώθηκαν και εκδόθηκαν, από τον Γιάννη Βλαχογιάννη, στα 1907, πενήντα χρόνια αφότου τα ολοκλήρωσε ο Μακρυγιάννης.

Τις επόμενες δύο Κυριακές, στις 2 και στις 9 Φεβρουαρίου η «Κ» προσφέρει στους αναγνώστες της το κείμενο του Στρατηγού Μακρυγιάννη, στην πλήρη και σχολιασμένη έκδοση του Γιάννη Βλαχογιάννη, που ο Γιώργος Σεφέρης, σ’ εκείνη την περίφημη διάλεξή του το 1943 στην Αλεξάνδρεια είχε χαρακτηρίσει ως «τον πιο σημαντικό πεζογράφο της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας…». Και ένας άλλος συγγραφέας της γενιάς του ’30, ο Ηλίας Βενέζης το χαρακτήρισε «πηγή ιστορίας και μνημείον του λόγου. (…) Με τα κολυβογράμματα που έμαθε σε δύο μήνες αρχίζει να γράφη τα “Απομνημονεύματά” του – να χτίζη το μνημείο του. Λαϊκός αφηγητής σπουδαίος, αχάλαστος από κακές αναγνώσεις, με ένστικτο δυνατό, με ματιά που εισδύει στα έγκατα των ανθρώπινων πράξεων, με πίστη στο Θεό και στην πατρίδα, ιστορεί τους κατατρεγμούς των Ελλήνων από τους Τούρκους, τις μάχες, τις εξάρσεις και τις αδυναμίες, λέει για τα πρόσωπα, για τους γενναίους και για τους ιδιοτελείς», έγραφε ο Ηλ. Βενέζης.

Το σπουδαίο αυτό κείμενο ο Στρατηγός Μακρυγιάννης άρχισε να το γράφει στις 26 Φεβρουαρίου 1829, στο Αργος. Το περισσότερο από το μισό κείμενο εκεί γράφτηκε. Το συνέχισε στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, ώς τα 1840 «οπότε το κλείνει βιαστικά για να το κρύψει. Η εξουσία είχε υποψίες εναντίον του» λέει ο Γ. Σεφέρης. Εμπιστεύεται λοιπόν το χειρόγραφο σ’ έναν κουμπάρο του, που το παίρνει στην Τήνο. Το ξαναπαίρνει στα χέρια του το 1844, μετά τις διαδηλώσεις για το Σύνταγμα της 3ης Σεπτεμβρίου. «…Αντιγράφει τις σημειώσεις που κρατούσε στο αναμεταξύ με πολλές προφυλάξεις. “σημείωνα” μας λέει “και είχα έναν τενεκέ και τα ’βαινα μέσα και τα ’χωνα” – γράφει ώς τον Απρίλη του 1850 και μετά έναν χρόνο περίπου το συμπληρώνει μ’ έναν μακρύ πρόλογο και μ’ έναν αρκετά μακρύ επίλογο» αφηγείται ο Σεφέρης.

Ατελείωτο αραβούργημα

Δεκαεπτά μήνες χρειάστηκε ο Γιάννης Βλαχογιάννης «για να το ξεδιαλύνει, να το αποκρυπτογραφήσει θα ’πρεπε να πούμε, και να το αντιγράψει». Κι αυτό γιατί η γραφή του Μακρυγιάννη είναι «φωνητική αποτύπωση της ρουμελιώτικης προφοράς με ιδιότροπα συμπλέγματα γραμμάτων, που μοιάζουν ένα ατελείωτο αραβούργημα. Πουθενά διακοπή, παράγραφος ή στίξη. Κάποτε μόνο μια κάθετη γραμμή δείχνει ένα σταμάτημα» λέει πάλι ο Σεφέρης. Η «Κ» προσφέρει στους αναγνώστες της το πλήρες κείμενο του Στρατηγού Μακρυγιάννη, με τις σημειώσεις και τα απαραίτητα σχόλια του Γιάννη Βλαχογιάννη, σε σκληρό εξώφυλλο και μονοτονική γραφή, την πλήρη και επίσημη έκδοση που κυκλοφορεί όλα αυτά τα χρόνια από τη σειρά «Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη» των εκδόσεων «Εστία».

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης λέει στους μελλοντικούς αναγνώστες αυτού του μοναδικού κειμένου: «Εγώ είμαι απλός ιδιώτης και κηπουργός κι έγραψα αυτά χωρίς πάθος διά να φαίνονται, να μην κατηγοριέται η πατρίδα. Εσείς λοιπόν, αναγνώστες, κι όλοι οι πατριώτες, όπου θα ζήσετε εδώ, να γένετε προσεχτικοί κριταί και να κρίνετε την αλήθεια και το ψέμα. (…) Και εις το εξής να μάθομεν γνώση, αν θέλομεν να φκιάσομεν χωριόν, να ζήσομεν όλοι μαζί. Εγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Ελληνες ν’ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους. (…) Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας -ότι θα είναι καλά δικά τους. Οχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να ’χουν την επιρροή για ικανότη»…

Είναι η συμπύκνωση της σοφίας ενός ανθρώπου που προτίμησε στα μεγάλα του να μάθει γράμματα «για να μην τρέχει στους καφενέδες» και ποτέ δεν αισθάνθηκε οποιουδήποτε είδους έπαρση που έμαθε να γράφει. Το εντελώς αντίθετο: «Δεν έπρεπε να έμπω σ’ αυτό το έργον ένας αγράμματος, να βαρύνω τους τίμιους αναγνώστες και μεγάλους άντρες και σοφούς της κοινωνίας. Οτι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά στα γραφόμενα», λέει ταπεινά.

Mαμαγκάκης, Θεοδωράκης και Κατράκης

Δύο εξαιρετικά σπάνια ηχητικά ντοκουμέντα θα συνοδεύουν τους δύο τόμους των «Απομνημονευμάτων» του Μακρυγιάννη. Και τα δύο έχουν την υπογραφή του συνθέτη Νίκου Μαμαγκάκη. Το πρώτο κυκλοφόρησε πριν από 43 χρόνια σε πολύ μικρό τιράζ με τίτλο «Είτε θάνατος, είτε λευτεριά». Την εισαγωγή και τα σχόλια υπογράφει (και διαβάζει) ο ακαδημαϊκός Ηλίας Βενέζης και το κείμενο του Μακρυγιάννη ακούγεται από τη στιβαρή φωνή του Μάνου Κατράκη.

Μερικά χρόνια αργότερα, ο Νίκος Μαμαγκάκης θέλησε να ολοκληρώσει εκείνο που είχε ξεκινήσει. Εγραψε λοιπόν τη μουσική για το «Μέγα Ορατόριο των Ελλήνων» και αποσπάσματα από τα «Απομνημονεύματα» του Στρατηγού Μακρυγιάννη διαβάζουν ο Ευγένιος Σπαθάρης και ο Μίκης Θεοδωράκης. «Ο βερμπαλιστικός τίτλος του αρμόζει κατά τη γνώμη μου στην επική φύση του ποιητή Μακρυγιάννη που μετά την ανάγνωση του συγκλονιστικού πρωταρχικού κειμένου αυτό που υποβόσκει στο μυαλό του αναγνώστη είναι πως δεν υπάρχει κανένας βερμπαλισμός και ότι το κείμενο απηχεί εκατό τοις εκατό την αλήθεια».