ΒΙΒΛΙΟ

Ανατροπές του πολέμου και εξελίξεις των πραγμάτων

anatropes-toy-polemoy-kai-exelixeis-ton-pragmaton-2003254

Αιώνας των μεγάλων ανατροπών ο 20ός αρχής γενομένης από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Μεγάλο πόλεμο όπως λεγόταν για είκοσι χρόνια εκείνη η ευρεία σύρραξη, πριν από την ολοκλήρωση της επόμενης κορυφαίας στιγμής του αιώνα, του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Μεγάλος πόλεμος έχει να διηγηθεί πολλά για τον κόσμο και τη λειτουργία του έως την έναρξη της σύρραξης, όπως και για το τι άφησε πίσω του στο νέο παγκόσμιο τοπίο. Αναφερόμαστε ενδεικτικά στον εντατικό ανταγωνισμό στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στις υπερπόντιες αποικίες μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης: Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Ρωσία και ίσως Ιταλία. Οπως και στην εντυπωσιακή εξέλιξη τεχνολογικών μέσων και επιστημών που εξέλιξαν το πνεύμα και παράλληλα χρησιμοποιήθηκαν στην πολεμική βιομηχανία. Κυρίως όμως αναφοράς χρήζει η κατάρρευση τριών αυτοκρατοριών: Αυστροουγγρικής, Οθωμανικής και Ρωσικής και η δημιουργία της Σοβιετικής Ενωσης. Και στη συνέχεια η δημιουργία νέων κρατών κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη.

Ο πόλεμος καθαυτός, αποτέλεσε και αποτελεί σταθμό στην ανθρώπινη ιστορία και λόγω του αριθμού των θυμάτων που προκάλεσε αλλά και λόγω του τρόπου του μάχεσθαι ιδιαίτερα στο δυτικό μέτωπο. Τα 13.000.000 νεκροί αξιωματικοί και στρατιώτες που άφησε πίσω του, αποτελούν δυσθεώρητο αριθμό για τα έως τότε δεδομένα των ανθρωπίνων απωλειών. Η εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία το 1812 είχε περί τις 400.000 νεκρούς, ενώ μόνον η μάχη του Σομ το 1916 είχε περί τις 600.00 νεκρούς και 400.000 τραυματίες. Επίσης, το είδος των επιχειρήσεων, οι ιδιαιτερότητες του εδάφους αλλά και η διάσταση των απόψεων περί του τρόπου διεξαγωγής της σύγκρουσης καθήλωσε στο δυτικό μέτωπο τους στρατιώτες εντός χιλιομέτρων χαρακωμάτων, εγκαινιάζοντας τη μαζική εξόντωση σε στατικές συνθήκες μάχης αλλά και την ανατροπή του τι σήμαινε πόλεμος έως τότε. Οι συνθήκες αυτές άλλαξαν ουσιαστικά τις σχέσεις μεταξύ των συμπολεμιστών ενισχύοντας τη συντροφικότητα μεταξύ τους και διαμορφώνοντας τελικά, μετά τον πόλεμο, για πρώτη φορά σε μαζικό επίπεδο τον «μύθο» της εμπειρίας του πολέμου σε τόσο εκτεταμένη βάση: στον πεζό λόγο, στις εικονογραφημένες εκδόσεις, στην ποίηση, στον κινηματογράφο, ουσιαστικά δηλαδή, στον τρόπο που μεταφέρθηκε η μνήμη στις επόμενες γενιές.

Ακόμη στη διεθνή πολιτική σκηνή, ο πόλεμος «έφερε» τις ΗΠΑ στην Ευρώπη, γεγονός που επισημοποίησε τον ισχυρό διάλογο μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού με ό,τι αυτό σήμαινε τελικά για τα ευρωπαϊκά κράτη και την ισορροπία στη Γηραιά Ηπειρο. Σε επίπεδο πολιτικής λειτουργίας και κληρονομίας αποτέλεσε τον πρώτο πόλεμο που συνδέθηκε με τη δημιουργία αντιπολεμικού κινήματος αλλά και με τον εθελοντισμό και την πατριωτική κατάταξη είτε σε εθνική είτε σε πολιτική βάση. Επίσης, διαμόρφωσε τον ευρωπαϊκό εθνικισμό, ιδιαίτερα μάλιστα στην περίπτωση της ηττημένης Γερμανίας όπου ενισχύθηκε από τον ανεπτυγμένο μιλιταρισμό της.

Ενα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο που έφερε ο πόλεμος εκείνος στη συνείδηση των ανθρώπων ήταν ένα είδος πολιτικής –μη εκκλησιαστικής δηλαδή– λατρείας. Πρόκειται για τις ευρύτατα αποδιδόμενες τιμές στον άγνωστο στρατιώτη μέσω τελετών και μέσω της κατασκευής μεγάλου αριθμού δημοσίων μνημείων. Στον νεκρό δηλαδή που έπεσε στις μάχες και αγνοείται η τύχη του, αλλά και στον νεκρό που η σορός του δεν αναγνωρίστηκε. Οι τελετές και τα μνημεία επί της ουσίας έβαζαν τους νεκρούς ως ήρωες στην καθημερινή ζωή των κοινωνιών, διατηρώντας ζωντανό τον διάλογο μεταξύ πολέμου και ειρήνης.

Στην ελληνική περίπτωση τώρα. Ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος και ο Εθνικός Διχασμός αποτελούν τμήμα της πρώτης πολεμικής δεκαετίας που έζησαν οι Ελληνες στον 20ό αιώνα. Της δεκαετίας που ξεκινάει με τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους και τελειώνει με τη Μικρασιατική καταστροφή. Της δεκαετίας που ανατρέπει πλήρως την εδαφική αλλά και την πολιτική διάσταση της Ελλάδας και των Ελλήνων, όταν ο αλυτρωτισμός απογειώνεται και μεσουρανεί έως την αποτυχία και την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας που τον τροφοδοτούσε.

Το 1922 βρίσκει την Ελλάδα όπως και την Ευρώπη τρία χρόνια νωρίτερα, υποχρεωμένες να λειτουργήσουν διαφορετικά από πριν και να αντιμετωπίσουν μια ανατροπή που δεν σχεδίασαν.

Και στην ευρωπαϊκή περίπτωση, όπως και στην ελληνική, η αφομοίωση των αλλαγών στάθηκε αργή και δύσκολη. Το χάσμα μεταξύ πολιτικής και πολιτισμού ήταν συχνά αγεφύρωτο έως την έκρηξη του επόμενου πολέμου, του πρώτου πολέμου με πολιτικό πρόσημο, γεγονός που έδωσε στα πράγματα την ταυτότητα που ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος δεν μπόρεσε να δώσει.

* Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι υπεύθυνος Ιστορικών Αρχείων Μουσείου Μπενάκη.