ΒΙΒΛΙΟ

Ιδεολογία και επιθυμίες

ideologia-kai-epithymies-2002932

Aλμπέρτο Μοράβια.
«Οι δύο φίλοι».
Μετάφραση: Φωτεινή Ζερβού
εκδ. Πατάκη, 2013.

«Διεκδικούμε την ανθρωπότητα, αλλά εκείνη, αντίθετα, μας προδίδει… και μας προδίδει επειδή στην πραγματικότητα δεν την αγαπάμε γι’ αυτό που είναι, χωρίς υστεροβουλία». Με αυτά τα λόγια, ο αντικομμουνιστής Μαουρίτσιο εξηγεί στον κομμουνιστή φίλο του Σέρτζιο γιατί οι ιδεολόγοι, που προσπαθούν να πάρουν τα πλήθη με το μέρος τους, είναι εξ αρχής καταδικασμένοι στην αποτυχία: «Οι άνθρωποι θέλουν να ζουν ειρηνικά, να τους αγαπάνε γι’ αυτό που είναι» και όχι να τους χρησιμοποιούν ως μέσο για την επίτευξη ενός μεγάλου σκοπού. Κάπου εκεί διακόπτεται η δεύτερη και πιο ολοκληρωμένη εκδοχή του ημιτελούς μυθιστορήματος του Αλμπέρτο Μοράβια, οι δακτυλογραφημένες σελίδες του οποίου ανακαλύφθηκαν τυχαία σε μία βαλίτσα το 1996, έξι χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα. Στο επίκεντρο των γραφών Α΄, Β΄ και Γ΄, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο «Οι δύο φίλοι» –ο τίτλος επιλέχθηκε από την επιμελήτρια Simone Casini–, βρίσκεται η απεγνωσμένη προσπάθεια του φτωχού, ανασφαλούς, διανοούμενου Σέρτζιο να προσηλυτίσει τον εύπορο και γεμάτο αυτοπεποίθηση αστό Μαουρίτσιο στον κομμουνισμό, την εποχή της πτώσης του φασισμού στην Ιταλία ή λίγα χρόνια αργότερα.

Σταδιακά, ο συγκεκριμένος στόχος μετατρέπεται σε εμμονή και για την επίτευξή του ο Σέρτζιο φτάνει στο σημείο να θυσιάσει τη σχέση του με την αφοσιωμένη σύντροφό του, τη νεαρή Νέλα ή Λάλα, η οποία, στα μάτια του Μαουρίτσιο, συμβολίζει «ολόκληρη την ανθρωπότητα», την «αδύναμη και απροστάτευτη σάρκα, που θα έπρεπε να κατακτήσουμε». Η αντιμετώπιση των ανθρώπων ως εργαλεία είναι ένα ζήτημα που, σύμφωνα με την επιμελήτρια του βιβλίου, φαίνεται να απασχολεί αρκετά τον Μοράβια την περίοδο συγγραφής του κειμένου, στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Μολονότι έλκεται από το όραμα του κομμουνισμού –που, όπως σκέφτεται ο Σέρτζιο, υπόσχεται «ένα καλύτερο μέλλον, έναν καλύτερο κόσμο και έναν καλύτερο εαυτό»–, ανησυχεί για την υπερίσχυση της ψυχρής ιδεολογίας πάνω από τα συναισθήματα, τις επιθυμίες και όλα αυτά, που καθιστούν τον άνθρωπο… ανθρώπινο.

Ταυτόχρονα, πίσω από τις απόπειρες προσηλυτισμού διακρίνει, σαν τον Μαουρίτσιο, ιδιοτελή κίνητρα, συμφέροντα και υστεροβουλία. Αν και δεν ασκεί την ίδια γοητεία με τα άλλα, ολοκληρωμένα έργα του συγγραφέα, η ιστορία των δύο «φίλων» και η αντιζηλία τους θέτει διαχρονικά ερωτήματα σχετικά με τα ιδανικά, τον φανατισμό, την ηθική, αλλά και την εύθραυστη διαχωριστική γραμμή μεταξύ λογικής και συναισθημάτων. Παράλληλα, οι αποσπασματικές γραφές του μυθιστορήματος επιτρέπουν στον αναγνώστη να σχηματίσει μία εικόνα για το πώς εργαζόταν ο Ιταλός συγγραφέας, ο οποίος συνήθιζε να επεξεργάζεται ξανά και ξανά τα κείμενά του, καταστρέφοντας ότι δεν τον ικανοποιούσε, και να αντιληφθεί πόσο δύσκολη μπορεί να είναι η δημιουργική διαδικασία. Η τρίτη εκδοχή των «Δύο φίλων», γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο σε αντίθεση με τις άλλες δύο, θεωρείται ότι συνέβαλε σημαντικά στη γέννηση του επόμενου μυθιστορήματος του Μοράβια «Η περιφρόνηση».