ΒΙΒΛΙΟ

Από το «Γκρίνουιτς» στο Σαλβαδόρ

Από το «Γκρίνουιτς» στο Σαλβαδόρ

Ο Χάουαρντ Φαστ (Howard Fast, 1914-2003) είναι ένας από τους πιο διάσημους μπεστσελερίστες Αμερικανούς συγγραφείς, με δεκάδες βιβλία, επωνύμως ή ψευδωνύμως, και πολλά εκατομμύρια συνολικά πωληθέντα αντίτυπα. Και στα ελληνικά έχουν εκδοθεί γύρω στα δεκαπέντε βιβλία του, αν λογαριάζω σωστά. Ηταν Εβραίος και μέλος, από το 1943, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Αμερικής. Τιμήθηκε με το βραβείο Στάλιν για την ειρήνη (1953). Κυνηγήθηκε, μπήκε στη «μαύρη» λίστα, γιατί αρνήθηκε να δώσει ονόματα στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών, φυλακίστηκε. Θα φύγει από το Κομμουνιστικό Κόμμα το 1956, όπως και πολλοί άλλοι σε όλον τον κόσμο, χωρίς ωστόσο να γίνει ποτέ επαγγελματίας αντικομμουνιστής. 

Ακόμη και όσοι δεν έχουν διαβάσει τίποτε δικό του, είναι πιθανό να έχουν δει τον «Σπάρτακο» (1960) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, με εκείνο το εκπληκτικό επιτελείο ηθοποιών: Κερκ Ντάγκλας, Λόρενς Ολίβιε, Πίτερ Ουστίνοφ, Τσαρλς Λότον, Τζιν Σίμονς, Τζον Γκάβιν, Τόνι Κέρτις. Το σενάριο ανήκει στον Ντάλτον Τράμπο (είναι το ένα από τα δύο πρώτα που υπογράφει ξανά με το όνομά του) και βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Φαστ (1951). Η ταινία είναι μια πολιτική αλληγορία, για την Αμερική θέλει να μιλήσει (της δουλείας και του μακαρθισμού) και όχι για την αρχαία Ρώμη, αν και το υπερθέαμα απορροφά το πολιτικό της νόημα. Στην αυτοβιογραφία του «Being Red» (1990), ο Φαστ διηγείται τα σχετικά με τον «Σπάρτακο» και την άρνηση των εκδοτών να  εκδώσουν το βιβλίο που επρόκειτο να γίνει παγκόσμιο μπεστ σέλερ, γεγονός που θα τον αναγκάσει να το εκδώσει μόνος του (βλ. γαλλική μετάφραση «Mémoires d’ un rouge», Rivages/noir, 2005, σ. 419 κ.εξ.). Ας σημειώσω με την ευκαιρία ότι το «Being Red» είναι η δεύτερη αυτοβιογραφία του Φαστ, έχει προηγηθεί το «The Naked God. The Writer and the Communist Party» (1957) – απολύτως αξιανάγνωστες και οι δύο. Το 1960, τη χρονιά προβολής της ταινίας, αρχίζει να σπάει η ισχύς του μακαρθικού Index. Ο γερουσιαστής Τζον Κένεντι, με μια σημαντική συμβολική κίνηση, θα πάει να δει την ταινία. Ο «Σπάρτακος» του Φαστ θα εκδοθεί στα ελληνικά, μεταφρασμένο από τον Μακρονησιώτη Μανώλη Κορνήλιο, το 1953 (έκδοση της «Λαϊκής στέγης Γραμμάτων») και την επόμενη χρονιά, 1954, σε δύο τόμους, σε μετάφραση Φ. Δ. Α. (έκδοση «Ενωμένοι εκδότες»). Εχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι η εισαγωγή του Φαστ στα ελληνικά με τον «Σπάρτακο» αλλά και άλλα βιβλία του («Ο πολίτης Τόμας Παίην», «Ο δρόμος προς την ελευθερία») γίνεται αρχικά από αριστερούς εκδοτικούς οίκους. 

Δύο ειδήσεις του φετινού καλοκαιριού που έχουν να κάνουν με το Σαλβαδόρ με έφεραν στον Φαστ. Η πρώτη είναι η δολοφονία εκεί του ιερέα Ρικάρντο Αντόνιο Κορτές, κοσμήτορα της Ιερατικής Σχολής Αγιος Οσκαρ Αρνούλφο Ρομέρο, στις 7.8.2020, σαράντα χρόνια ακριβώς μετά τη δολοφονία του αγίου που έδωσε το όνομά του στη Σχολή. Είναι ο τρίτος ιερέας που δολοφονείται στο Σαλβαδόρ τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες, χωρίς ποτέ να βρεθούν οι δολοφόνοι. Η δεύτερη αφορά και αυτή το Σαλβαδόρ, αλλά έρχεται από την Ισπανία, όπου δικαστήριο της Μαδρίτης καταδίκασε, επιτέλους, στις 11.9.2020, τον πρώην συνταγματάρχη Ινοθέντε Μοντάνο σε κάθειρξη 133 ετών και 4 μηνών, για τη σφαγή του 1989, στο Πανεπιστήμιο των Ιησουιτών Centroamericana του Σαν Σαλβαδόρ, με πέντε Ισπανούς Ιησουίτες ανάμεσα στους νεκρούς. Το μυθιστόρημα του Σαλβαδοριανού Χόρχε Γκαλάν «Νοέμβριος» (Ψυχογιός, 2017) μας είχε δώσει την αφορμή να μιλήσουμε, σε αυτήν εδώ τη στήλη (4.3.2018), για τους Ιησουίτες μάρτυρες του Σαλβαδόρ, αλλά και της Αλγερίας, χριστιανούς και μουσουλμάνους, μάρτυρες όλους φιλίας και αγάπης.

Τι σχέση μπορεί να έχει ο μπεστσελερίστας, Εβραίος και πρώην κομμουνιστής Χάουαρντ Φαστ με τους Ιησουίτες και τη δολοφονία τους στο Σαλβαδόρ; Εντελώς αναπάντεχα για μένα το τελευταίο μυθιστόρημά του (2000), το «Γκρίνουιτς» (Bell, 2001), το οποίο θα εξακολουθούσα να αγνοώ, αν δεν μου το υποδείκνυε καλός φίλος, έχει στο κέντρο του τη δολοφονία αυτή. Στο αριστοκρατικό Γκρίνουιτς του Κονέτικατ, όπου ζούσε και ο ίδιος ο Φαστ, ένας πρώην υφυπουργός Εξωτερικών, αρμόδιος για τη Λατινική Αμερική, καλεί στο σπίτι του, σε πλούσιο δείπνο. Ανάμεσα στους καλεσμένους ένας καθολικός ιερέας, του τάγματος των Ιησουιτών, και μία μοναχή που βρισκόταν στο Σαλβαδόρ όταν έγινε η σφαγή, και που τη βίασαν οι στρατιώτες πάνω στα αίματα των δολοφονημένων ιερέων (σ. 194-195). Ο οικοδεσπότης ήταν ένας από αυτούς που σχεδίασαν και διέταξαν τις εκτελέσεις των Ιησουιτών και δική του ήταν επίσης η απόφαση για τη δολοφονία του Οσκαρ Ρομέρο (σ. 168). Το μυθιστόρημα είναι άτεχνο, αλλά έχει πολιτικό ενδιαφέρον: ο Φαστ δεν έχει καμία αμφιβολία ότι η αμερικανική κυβέρνηση και συγκεκριμένα μέλη της ευθύνονται για 
τις δολοφονίες.  

Οσο ξανασκεφτόμουν την ιστορία της δολοφονίας των Ιησουιτών στο Σαλβαδόρ (και εκατοντάδες άλλες παράλληλες), με αφορμή την πρόσφατη ειδησεογραφία και τον τρόπο που έγραψε για αυτήν ο Χάουαρντ Φαστ, ένα ερώτημα γύρευε απάντηση μέσα μου. Πώς μιλάει κανείς για αυτούς τους ανθρώπους, που έμειναν εκεί, δίπλα στους φίλους τους, και πέθαναν, ενώ μπορούσαν να φύγουν; Πώς μαρτυρεί κανείς για αυτούς; Πώς διηγείται την ιστορία τους; Μια φράση του Πασκάλ μου τριβέλιζε το μυαλό: «Πιστεύω μόνο στις ιστορίες που οι μάρτυρές τους θα σφαγιάζονταν» 
(593, Brunschvicg).