ΒΙΒΛΙΟ

Οι πρωτοπόροι διανοούμενοι του «ελληνικού ελληνισμού»

oi-protoporoi-dianooymenoi-toy-ellinikoy-ellinismoy-561105832

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΟΒΑΣ
Ο μύθος της γενιάς του Τριάντα. 
Νεοτερικότητα, ελληνικότητα 
και πολιτισμική ιδεολογία 
εκδ. Πόλις

oi-protoporoi-dianooymenoi-toy-ellinikoy-ellinismoy0«Τι ήταν αυτό το νέο, το διαφορετικό που έφερνε η γενεά των συγγραφέων του Τριάντα, το τόσο ουσιαστικό ώστε ο τίτλος να μείνη ως μια προσδιοριστική περίοδος στην ιστορία των Γραμμάτων μας; Αυτοί οι τότε νέοι μήτε μανιφέστα υπέγραψαν ποτέ, μήτε σχολή έκαναν, μήτε καν αποτελέσανε μιαν ενότητα ως ομάδα. Είπαμε: επί χρόνια οι πιο πολλοί γνωρίζονταν ελάχιστα αναμεταξύ τους. Κοιτάξτε τα ονόματα που αναφέρονται πιο πάνω και θυμηθήτε το έργο τους: κανένας δεν παραπέμπει στον άλλον, σχεδόν ο καθένας είναι κι ένα μπαϊράκι». 

Ο Ηλίας Βενέζης, παρών στην αναμνηστική συγκέντρωση στο σπίτι του Γιώργου Θεοτοκά για την τέταρτη δεκαετία από την εμφάνιση των συγγραφέων της γενιάς του Τριάντα στα νεοελληνικά γράμματα, αναφέρεται στα ονόματα που εικονίζονται στην ιστορική ασπρόμαυρη φωτογραφία: Κ. Πολίτης, Γ. Σεφέρης, Γ. Κατσίμπαλης, Ανδρ. Εμπειρίκος, Θ. Πετσάλης-Διομήδης, Αγγ. Τερζάκης, Κ. Θ. Δημαράς, Στ. Ξεφλούδας, Οδ. Ελύτης, Ανδρ. Καραντώνης («Η Γενεά του Τριάντα», επιφυλλίδα στην εφημερίδα «Το Βήμα», 12 Μαρτίου 1963). 

Το κείμενο του Βενέζη (Παράρτημα) αποτελεί μαρτυρία για μια «ομάδα» που συνειδητοποιεί για πρώτη φορά τον συλλογικό της ρόλο ως «πολιτισμικών διανοούμενων», όπως αποκαλούνται από τον Δ. Τζιόβα, καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας.

Η ανά χείρας μελέτη αναδεικνύει τους λόγους που τεκμηριώνουν τα λόγια του Βενέζη για τους συνοδοιπόρους του οι οποίοι: «Δίνουν, αν όχι τίποτα άλλο, μιαν εικόνα του νέου ελληνισμού, του χαρακτήρα του, που και ως μαρτυρία ακόμα αν τη λάβουμε είναι πολύτιμη. Αυτή η εικόνα, η καθαρά ελληνική, προκάλεσε και το ενδιαφέρον του έξω κόσμου που πάντα ζητά να βρη σε μια λογοτεχνία την ιδιομορφία της χώρας και του λαού που τη δημιούργησε».

Σημαντική παράμετρος των κοινών επιδιώξεων της γενιάς του ’30 είναι η μετατόπιση του εδαφικού ορισμού του έθνους σε πολιτισμικό, καθώς οι διανοούμενοι Σεφέρης, Θεοτοκάς, Τερζάκης και Ελύτης πρώτοι συνειδητοποιούν ότι το τέλος της Μεγάλης Ιδέας και η συρρίκνωση του ελληνισμού μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή απαιτούν μια νέα πνοή στην αισθητική της ελληνικής λογοτεχνίας. Στο ρηξικέλευθο δοκίμιο του Θεοτοκά «Ελεύθερο πνεύμα» και στα γραπτά του στον τόμο Β΄ «Στοχασμοί και θέσεις: Πολιτικά κείμενα, 1925-1966» συνυπάρχουν η αντιθετική ιδέα της ατομικότητας του δημιουργού, δηλαδή μια «μικροσκοπική βυθοσκόπηση», και η «μακροσκοπική θεώρηση» των ανοιχτών οριζόντων, η αρμονική ομοιομορφία της επιφάνειας επισκοπώντας την από ψηλά. Η αναφορά στην αεροπορική θέα της Ευρώπης παραπέμπει στην εθνική ιδιοτυπία, αλλά και στην πολιτισμική ανταλλαγή, ένα είδος «νέας ελληνιστικής ανοιχτής κοινωνίας».

Ο Ελύτης υποστήριζε ότι ήταν αναγκαίο η γενιά του να βρει το αληθινό πρόσωπο της Ελλάδας γιατί μέχρι τότε εμφανιζόταν εκείνο που οι Ευρωπαίοι έβλεπαν σαν Ελλάδα. Ο Σεφέρης στον διάλογό του με τον Τσάτσο μιλάει για το ζητούμενο της δημιουργίας της πνευματικής φυσιογνωμίας ενός «ελληνικού ελληνισμού» και όχι την αναπαραγωγή ενός «ευρωπαϊκού ελληνισμού». Αναγνωρίζεται δηλαδή η ανάγκη να προβάλει η Ελλάδα μια νεοελληνική ταυτότητα που θα είναι συγκερασμός αισθητικής, Ιστορίας, επινόησης. Προκύπτει έτσι η έννοια της «ελληνικότητας», μιας «εθνοσυμβολιστικής» προσπάθειας προβολής της Ελλάδας προς τα έξω.

Εναλλακτικές αναγνώσεις

Η νεοτερικότητα της γενιάς του ’30 θα οδηγήσει σε εναλλακτικές αναγνώσεις εθνικής κληρονομιάς και Ιστορίας, όπως «η υπερρεαλιστική υπονόμευση του παρελθόντος» με την ειρωνική αξιοποίησή του από τον Νίκο Εγγονόπουλο στις πρώτες του συλλογές (π.χ. «Μπολιβάρ», 1944). Μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο θα προτείνουν μια προσωπική κατασκευή της παράδοσης, που με την ιδιοτυπία της συμβάλλει στις ξένες πρωτοπορίες. Ανάλογα, το Αιγαίο επινοείται ως ένας τόπος μυσταγωγικός με τα «μεταφορικά» νησιά του (η παράλληλη «Σαντορίνη» των Κάλα, Σεφέρη, Ελύτη και η «Αμοργός» του Γκάτσου). 

Στους αντίποδες, τη μεταπολεμική περίοδο κυριαρχεί η ιδεολογικοποίηση του Αιγαίου με τα νησιά ως τόπους εξορίας. Τις δεκαετίες 1940-1950 η γενιά του ’30 θα δεχθεί αντιδράσεις από αρνητική αρθρογραφία σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, κυρίως με τις επικρίσεις περί ελιτισμού. Ομως, το πολιτισμικό στίγμα της θα καθιερωθεί μέσα από τη μουσική σύνθεση. Κορυφαία παραδείγματα η πρώτη δημόσια εκτέλεση των «Επιφανείων» (1961) και αργότερα η ηχογράφηση του «Αξιον Εστί» (1964) σε μελοποίηση Μίκη Θεοδωράκη, μερικά χρόνια πριν από την απονομή του βραβείου Νομπέλ στους Σεφέρη – Ελύτη.