ΒΙΒΛΙΟ

Μεταμοντέρνος φεμινισμός

Φωτ. Jessica Ruscello, UNSPLASH

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
Τάισέ με
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 244
 
metamonternos-feminismos0Η πείνα για την οποία μιλάει η Μαριαλένα Σπυροπούλου είναι πόνος στα σπλάχνα. Μια πείνα που θερίζει τα σωθικά. Η ηρωίδα είναι μια βουλιμική της ζωής. Θέλει να δοκιμάσει τα πάντα, να γευτεί κάθε πιθανότητα, να θηλάσει κάθε ρώγα της ζωής. Οταν ο σύντροφός της τη ζητάει σε γάμο, νιώθει την πείνα της να θεριεύει μπροστά στην προοπτική ενός υποσιτισμένου βίου. Τα ξέστρωτα σεντόνια του σεξουαλικού πάθους μεταμορφώνονται στο τραπεζομάντιλο του οικογενειακού φαγητού. Καθώς στέκεται το ξημέρωμα στην κουζίνα, «στο ενδιάμεσο του φωτός», η Μαρίνα έχει την αίσθηση πως «υπέρυθρες ακτίνες τη σκανάρουν», προβάλλοντας παραλλαγές του εαυτού της σε μελλοντικούς χρόνους. Μες στο αμφίβολο φως του πρωινού, το πρόσωπό της ζωγραφίζουν ετερόκλητα πεπρωμένα. Πάνω από το ταβάνι της κουζίνας τής φαίνεται ότι κρέμεται μια θηλιά. 

Η Μαρίνα φοβάται ότι δεν αντέχει το βάρος της σύμβασης. Η σημαντικότερη στιγμή στη ζωή κάθε γυναίκας τής προκαλεί τρόμο. Με πανικό συλλογίζεται τις αναρίθμητες στιγμές που θα της υφαρπάξει ο γάμος. Κοιτάζοντας τα χέρια της, προσπαθεί να αναλογιστεί το βάρος μιας βέρας. Τα οστέινα δάχτυλά της έμοιαζαν με τις βέργες των ανεμόμυλων, εναντίον των οποίων ξιφουλκούσε ο Δον Κιχώτης. Δεν ήταν φτιαγμένα για συζύγους και παιδιά. Ηταν ξεκούραστα και ονειροπαρμένα, αδημονούσαν για ανέλπιστες φθορές. Το στήθος της δεν φούσκωνε από το γάλα ενός ατάιστου βρέφους, αλλά από εκρηκτικά. «Η Μαρίνα φοβάται τα εκρηκτικά που κρύβει στον κόρφο της». Το σώμα της σπάραζε από λαιμαργία για ηδονή και πόνο.

Προφανώς η Σπυροπούλου δεν γράφει μια γλυκανάλατη αισθηματική ιστορία. Το ψυχογραφικό μέλημα επιβάλλεται στην οπτική της. Με χιούμορ και βαθύνοια ανατέμνει τη γυναικεία φύση και τις δυνητικές μεταμορφώσεις της, βυθομετρά τα έγκατα του γυναικείου σώματος. Οι αγωνίες της ηρωίδας μεταφέρονται από το αποπνικτικό παρόν σε μια αφήγηση μελλοντολογικού φεμινισμού. Η καθημερινότητα της Μαρίνας, κυριευμένη από την πρόταση γάμου, υποδέχεται τις σελίδες ενός άλλου κόσμου. Η Μαρίνα είχε βρει το βιβλίο στη βιβλιοθήκη του συντρόφου της, γεμάτη ζόμπι και λυκάνθρωπους. Την τράβηξε ο τίτλος, «Τάισέ με». Η μυθοπλασία αναπλάθει μια φανταστική πολιτεία, όπου επικρατεί η μητριαρχία με τη μορφή τυραννίας. Οι γυναίκες δεν γεννούσαν παρά επιτεύγματα, «έπαιρναν τα ηνία της μεγάλης δημιουργίας», ενσάρκωναν μια ακατάλυτη ισχύ. Ο κόσμος ήταν γένους θηλυκού. «Ενός γένους καινούργιου, διαφορετικού, υβριδικού». Τα γυναικεία σώματα ήταν «τα νέα ανδρικά», ακαταπόνητα, αδυσώπητα, απαλλαγμένα από το χρέος της μητρότητας. Δεν περνούν, όμως, πολλές σελίδες και η ουτοπία σαρώνεται από έναν υπερκόσμιο ζόφο. Αν στην αρχή της ανάγνωσης η Μαρίνα έβρισκε δελεαστική τη ζωή αυτών των θηλυκών υπερανθρώπων, προς το τέλος δεν γίνεται να μην αναρωτηθεί μήπως οι γυναίκες ήταν τελικά ο τελειότερος εχθρός του γένους τους.

Η Μαρίνα εγκλείεται σε ένα λαβύρινθο τρόμου, αμφιβολιών και αντιφάσεων. Η σκέψη της σημαδεύει το απόλυτο, το απόλυτο πάθος, το απόλυτο δόσιμο, την απόλυτη Μαρίνα. Είναι και η ίδια ένα υβριδικό θηλυκό, μια γυναίκα μοντέρνα, γαλουχημένη σε ένα παραδοσιακό περιβάλλον. Σπάζοντας τον κλοιό των κοινωνικών επιταγών, κινδυνεύει να βρεθεί ολομόναχη σε έναν κλειστοφοβικό, ναρκισσιστικό μικρόκοσμο. Από την άλλη, δεν παύει να πεινάει. Λαχταρά να της φέρει κάποιος το κουτάλι στο στόμα. Ονειρεύεται το δέρμα της να τρέφεται με χίλιους τρόπους, απ’ όλους τους πόρους του. Με ειρωνεία αλλά και τρυφερότητα, η Σπυροπούλου την παρακολουθεί να αμφιρρέπει ανάμεσα στις εκδοχές μιας φαντασιώδους, διαφυγούσας ευτυχίας. Η Μαρίνα παραμένει δονκιχωτική, δέσμια μιας ακαταδάμαστης επιθυμίας. «Μιας επιθυμίας για μια επιθυμία χωρίς πρόσωπο».