ΒΙΒΛΙΟ

Ερμηνείες του ρευστού κόσμου

Ερμηνείες του ρευστού κόσμου

ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ,
ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ
Με βλέπεις;
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 137 

ermineies-toy-reystoy-kosmoy0Δύο γυναίκες, η Φωτεινή και η Τασούλα, αποφασίζουν από κοινού κάποια στιγμή, στη διάρκεια της πρώτης καραντίνας, να γίνουν βουτηχτές. Δοκίμασαν βουτιές στο μέσα τους, όπως λέει η Φ., και πράγματι ο βυθός τους είχε ωραία χρώματα, λέει η Τ. Αυτή η επιστολογραφία που χτίστηκε σαν ένα παιχνίδι εξομολογήσεων, άλλοτε συνειρμικών και άλλοτε αφηγηματικών, έγινε, λίγο απρόσμενα και λίγο αρχιτεκτονημένα, ένα βιβλίο, ένα βιβλίο που ρωτάει: «Με βλέπεις;». Η Φωτεινή Τσαλίκογλου και η Τασούλα Επτακοίλη γέννησαν αυτή την επιστολική αμοιβαία έκθεση στους γκρεμούς και στα ξέφωτα της μνήμης, της αγάπης, του φόβου, της ανάγκης. Ανάμεσα στη Φ. και στην Τ., όπως όμορφα τιτλοφορείται η εναλλαγή των επιστολογράφων, χτίζεται ένας κόσμος, ένας ποταμός παφλάζει, η μια γέφυρα γεννιέται δίπλα στην άλλη… Το εσωτερικό βλέμμα ανάβει σαν φανός.

Το «Με βλέπεις;» είναι ένα βιβλίο στα όρια της αυτογνωσίας και της ενσυναίσθησης. Διαβάζεις τις «επιστολές», μικρά δοκίμια, σταλάγματα σοφίας καθημερινού βίου, με αναπολήσεις και προβολές σε εναλλαγή, και νιώθεις εκείνη την ψυχική εγγύτητα που προκαλεί ο αληθινός λόγος. Οι φωτογραφίες που παρεμβάλλονται προεκτείνουν την εμπειρία και με λεζάντες όπως «Τα κτερίσματα ενός γκριζόμαυρου γάτου που τον έλεγαν Αγκαλίτσα» ή «Στο πάρκο του Ευαγγελισμού είδα το άγαλμα ενός κοριτσιού» ή ακόμη «Η Αμαλία της Τήνου μπροστά στην πόρτα με τη σκαλιστή άγκυρα» και «Ο φτερωτός γάτος του Λυκαβηττού. Με κοίταξε για πρώτη φορά», οργανώνουν το ψυχικό τοπίο. Μαυρόασπρες εκλάμψεις στιλπνού φωτός.

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου και η Τασούλα Επτακοίλη διασώζουν τον διακριτό τους λόγο αλλά ενώνονται στην επιθυμία μιας άλλης, πλέον, κοινωνικής ορατότητας και προσωπικής αφύπνισης. Το «Με βλέπεις;», όπως υπονοεί ο τίτλος, μιλάει για μια κοινή ανάγκη εμβάπτισης του βλέμματος και τη συναίρεση του ορατού και αόρατου κόσμου σε μία ενιαία, αν και όχι ομοιογενή, συνθήκη. Επί της ουσίας πρόκειται για μια διαδρομή με στόχο τη διαστολή της ψυχικής ενδοχώρας και την ανέλκυση του υπαινικτικού και ημιφωτισμένου εσωτερικού χάρτη σε ισότιμο πεδίο όρασης.

Και τι δε λένε, η Φ. και η Τ. Παιδικές αναμνήσεις, όνειρα, πένθη, αναπολήσεις, ενθυμήματα, σκιές προσώπων, ξέφωτα της πόλης, μυρωδιές και ήχοι, φωνές αγαπημένων που έφυγαν, έρωτες, οικογένεια, κατοικίδια και πάνω απ’ όλα η ανάγκη να είσαι. «Το νωρίς και το αργά είναι βλαβερές επινοήσεις των ανθρώπων», φέρεται να λέει η κυρία Φι, μια περσόνα από άλλο βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου («Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι»), που εδώ προσκαλείται ως σχολιαστής, ως αρχαίος χορός, ως υποβολέας, για να οργανώσει, διακριτικά και μόνο όταν υπάρχει ανάγκη, ένα ακόμη στρώμα ερμηνείας του ρευστού κόσμου.

Γλυκές αναπολήσεις

Αν και η συνθήκη της καραντίνας θεοποιεί το «τώρα», απελευθερώνει ωστόσο μηχανισμούς αυτοκριτικής, συμπόνιας και αναστοχασμού. Σταδιακά, όλα, λίγο-πολύ, φωτίζονται από άλλη πηγή φωτός. Το λουλάκι γίνεται ένα χρώμα χαμένης πατρίδας, η γιαγιά Στάσα με τις φακίδες και τα χοντρά κοκάλινα γυαλιά γίνεται η «γιαγιά» όλων… Αυτές οι γλυκές αναπολήσεις συνταιριάζουν με τις σκληρές φωτογραφίες της διεθνούς ειδησεογραφίας στην πρώτη καραντίνα. Με φόντο τον ήλιο που έδυε πάνω από τους ουρανοξύστες της Γουχάν, ένας γιατρός έχει φέρει τον ασθενή να δει το ηλιοβασίλεμα. Οταν μπαίνεις στη θέση του άλλου είναι «σαν να εισέρχεσαι σε έναν ιερό χώρο». Σαν τα δυο κλαδάκια με τα λευκά άνθη έξω από το Ωδείο Αθηνών… μπήκαν στο γραφείο, χαρά και υπόσχεση μαζί.

Αυτή η ιστορία που διηγείται η Τασούλα με τα παιδικά, στενά γοβάκια, που τα φορούσε με πραγματική οδύνη αλλά υπέμενε τον πόνο για να μη στενοχωρήσει τη μητέρα της, λέει τόσα πολλά για την ανάγκη να δώσουμε χαρά. Και η ιστορία αυτή, προκαλεί την απάντηση της Φωτεινής, που είναι το γράμμα-απάντηση της μαμάς της Τασούλας. Οι ιστορίες, η μία μετά την άλλη, συγκλίνουν απελευθερωτικά και με μια διάθεση απόδοσης δικαιοσύνης. Ολα έχουν άλλο φως, ακούς τα τραγούδια των πουλιών, τα νερά που τρέχουν υπογείως και στη φαντασία σου. Η Αθήνα ανήκει στα ζώα της, στα πουλιά της, στα δέντρα της, στα στοιχειά της. «Τα δέντρα σε βλέπουν, Τασούλα», γράφει η Φωτεινή. «Παρατηρούν πώς αργοπορείς το βλέμμα σου πάνω στα κλαδιά τους».

Τα σαλιγκάρια στον σιδερένιο κορμό της λάμπας, ο πλανόδιος μουσικός που έπαιζε δίχως κοινό με κλειστά τα μάτια, το «για πάντα» που τρομάζει και ανακουφίζει, ο θόρυβος της σιωπής, το γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ, μια μουσούδα που μυρίζει μέντα, η Τασούλα σε 492 λέξεις, το εγώ που αποτελείται από πολλούς «άλλους», η μέρα που πέθανε η γιαγιά Αννα, τα οικογενειακά δέντρα με τις διακλαδώσεις του χρόνου, οι παιδικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που φέρνουν και λίγο θλίψη… όλα αυτά συμβιώνουν, γιατί «σε καιρούς πανδημίας ονειρεύεσαι έναν άλλον τόπο». Γλυκό και πένθιμο μαζί, επιθυμία και διαρκής αναβολή. Ενας άλλος εαυτός. Και από μακριά ακούγεται ένα αγόρι να τραγουδάει το «Yesterday» των Μπιτλς.