ΒΙΒΛΙΟ

Αναρχία στον Αγνωστο Στρατιώτη

Μια μυθιστορηματική ιστορική έρευνα, με πυκνή αφήγηση και στοιχεία θρίλερ

anarchia-ston-agnosto-stratioti-561192520

ΤΑΚΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ
Γίγαντες και φασόλια
(ή Δεν γίνονται αυτά εδώ) 
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 697

anarchia-ston-agnosto-stratioti0Πώς θα υποδεχόταν η ελληνική κοινή γνώμη την είδηση ότι οστά γνωστού Ελληνα αναρχικού του 19ου αιώνα βρίσκονται θαμμένα στο μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη; O αφηγητής/δημοσιογράφος παίρνει ένα μολύβι 7Β, για να φαίνονται καλά οι λέξεις, και μια σελίδα χαρτί. «Ηθελε να γράψει μερικούς τίτλους για την έρευνά τους: «Οστά αναρχικού κάτω από τον Αγνωστο Στρατιώτη;». «Στο φως η μεγαλύτερη προβοκάτσια αναρχικών στην Ιστορία;». Δεν πίστευε στους τίτλους με ερωτηματικό. «Είμαστε εδώ για να απαντάμε και όχι για να μεταφέρουμε τα ερωτήματά μας στους αναγνώστες», έλεγε ο διευθυντής του στο εκδοτικό συγκρότημα όπου εργαζόταν.

Ο Τάκης Καμπύλης, στο πρώτο μυθιστόρημά του, «Γίγαντες και φασόλια (ή δεν γίνονται αυτά εδώ)», ξεδιπλώνει πολλές ζωές, όχι κατ’ ανάγκην συγγενείς μεταξύ τους, όσο και αν μοιάζουν: του δημοσιογράφου, του συγγραφέα, του ερευνητή, του ιστοριοδίφη, του αυθεντικού (ως προς τις πρώτες ύλες) και αυτοσχεδιαστικού (ως προς τη διάθεση) μάγειρα, του κυνικού και την ίδια στιγμή οραματικού σχολιαστή της πραγματικότητας, του ασκημένου αναγνώστη, του ανθρώπου που στριφογυρίζει διαρκώς στη θέση του και δεν βολεύεται πουθενά. 

Ο Μήτσος Ατρείδης, ο ήρωάς του, έχει όλες αυτές τις όψεις, όπως και ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει. Μια Αθήνα δυστοπική, σε ένα τοπίο του μέλλοντος. Διασχίζει, οργώνει την πόλη με τα πόδια, από την Αλεξάνδρας στη Συγγρού, από τα Εξάρχεια στην Καλλιθέα, στο Κουκάκι, στο κέντρο της πόλης, χιλιάδες βήματα που μετράει με το κινητό του, συντροφιά με τον σκύλο του, το Τέρας. Μια Αθήνα σε ανάφλεξη, όπου συγκρούονται οι νεοφασίστες και οι ελευθεριακοί, ανάμεσά τους οι μετανάστες, οι πλάνητες, με τον κίνδυνο να ελλοχεύει σε κάθε γωνιά. «Μαζί με τους ανθρώπους αγρίευε και η γλώσσα. Οσο πιο αδιέξοδο φαινόταν το παρόν και το μέλλον, άλλο τόσο απογυμνωνόταν η γλώσσα από τα παλιά κλισέ μιας εποχής που χάθηκε με την Κρίση».

Ο άνεργος δημοσιογράφος Μήτσος Ατρείδης, με φήμη παθιασμένου, χαρισματικού ρεπόρτερ, προσλαμβάνεται από ιδιόρρυθμο Τούρκο μεγιστάνα με καλά κρυμμένα μυστικά, που τον συνδέουν με την Ελλάδα του Εμφυλίου, για να κάνει μια έρευνα για το μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη. Τότε εκείνος συγκροτεί μια ετερόκλητη ομάδα από στενούς του φίλους και βυθίζεται στην ιστορία της ελληνικής αναρχίας, από την επικράτηση της Επανάστασης του ’21 μέχρι και τις ημέρες μας. Συστηματικά αλλά και με οίστρο ανακαλύπτει σχέσεις και διασυνδέσεις, πρόσωπα-κλειδιά. Η Ιστορία και η Γεωγραφία γίνονται φύλλο και φτερό, οι κύκλοι γύρω από το βασικό ερώτημα είναι μεγάλοι και επάλληλοι. Το μυθοπλαστικό εύρημα/ερώτημα είναι σαν «κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη»: και αν ο Αγνωστος Στρατιώτης δεν είναι κενοτάφιο; Και αν πίσω ή κάτω από τον νεκρό οπλίτη υπάρχουν τα οστά του πρώτου αναρχικού τεροριστή στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους;

Δύσκολα συναντάς σε λογοτεχνικό βιβλίο, στο τέλος, σελίδα με ενδεικτική βιβλιογραφία. Ο Τάκης Καμπύλης, όμως, συνέθεσε μυθιστορηματικά μια έρευνα, σαν θρίλερ. Η ιστορία του είναι ένα πυκνό αφήγημα στο οποίο οι πηγές και τα πραγματικά γεγονότα διαμορφώνουν τη δράση, επηρεάζουν τη μυθοπλασία, παρασύρουν στην πιθανότητα, φλερτάρουν με την αποκάλυψη, δεν παραδίδονται ποτέ στην ευκολία. Η πραγματικότητα του ήρωα και της χώρας αλληλοϋπονομεύονται, το παρελθόν σκιάζει διαρκώς το όποιο παρόν. Μόνη καταφυγή οι προσωπικές σχέσεις που δυναμώνουν και «φουσκώνουν» όπως το καλοζυμωμένο ψωμί, οι πίτες με μυρωδικά, οι υπέροχες μακαρονάδες, οι ρεγγοσαλάτες, τα τραπέζια που στήνονται με τη φυσικότητα της ανάσας και με την τέχνη της φροντίδας, από τη μια στιγμή στην άλλη.

Γεύσεις, αρώματα και ιστορίες, άλλες προφορικές και ανεξακρίβωτες, άλλες καταγεγραμμένες, έρωτες και πάθη, περιπέτειες –εσωτερικές κυρίως– και ταξίδια. Η ανάγνωση του βιβλίου είναι τόσο γοητευτική διαδικασία όσο και επίπονη. Δεν οφείλεται στις 700 σελίδες του, αλλά στη συνθετική ικανότητα που απαιτεί από τον αναγνώστη, η οποία έχει ορκισμένο εχθρό την πολυδιάσπαση της εποχής. Είναι ένα μυθιστόρημα που δεσμεύει, «στοιχειωμένο» από την αγωνία και τη γοητεία της αναζήτησης, η οποία δεν τελειώνει.

«…Ψάχνουμε ξεχασμένους γίγαντες ή… ή ψάχνουμε ανάμεσά τους, ανάμεσα στην ιστορία που σήκωσαν τα βήματά τους, ανάμεσα στις εικόνες που έφτιαξαν αυτοί οι γίγαντες για τον κόσμο. Μου φαίνεται ότι χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεχτικοί – δεν είναι δουλειά μας η ανασύσταση μιας χαμένης μυθολογίας… Ακόμα και στη γνωστή μυθολογία οι αναγνώσεις είναι πολλές. Για παράδειγμα, ένας συμπατριώτης μου ελληνιστής υποστηρίζει ότι ο Οδυσσέας αποδείχτηκε πολύ σκοτεινός. Τους λήστεψε τους γίγαντες και μας τύφλωσε, να μην τους βλέπουμε».