ΒΙΒΛΙΟ

Οι θησαυροί των ναών της ‘Ιμβρου

Οπως γράφει η Ευγενία Χαλκιά στο βιβλίο «Ιμβρίων ιερά. Εκκλησιαστικά έργα στους ενοριακούς ναούς της Ιμβρου», το οποίο συνυπογράφει με τους Αντώνη Μπεκιάρη και Αντώνη Τσάκαλο, η ιδέα για την αποθησαύριση των κειμηλίων που φυλάσσονται στους ενοριακούς ναούς της Ιμβρου ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990, όταν κατά τις επισκέψεις της εκεί, παρατήρησε πλήθος εικόνων και άλλων εκκλησιαστικών έργων να είναι αποθηκευμένα σε άθλιες συνθήκες. 

Ναός Αγ. Γεωργίου στο χωριό Aγιοι Θεόδωροι, εσωτερική όψη.

«Η επιθυμία μου», σημειώνει, «να εξετάσω και να γνωρίσω όλα αυτά τα έργα και η αγωνία μου να συνταχθεί ένας κατάλογός τους, όχι μόνο για να γίνουν γνωστά, αλλά και για να διασφαλισθούν, με οδήγησαν στην αναζήτηση τρόπου συστηματικής προσέγγισής τους». 

Καταλογογραφήθηκαν περίπου 2.000 έργα, αναγόμενα από τον 17ο έως και τα μέσα του 20ού αιώνα. Αυτός ο θησαυρός αποτέλεσε και το κύριο περιεχόμενο του βιβλίου «Ιμβρίων ιερά», το οποίο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ποταμός. Η «Κ» προδημοσιεύει αποσπάσματα.

Προδημοσίευση

Οι φορητές εικόνες αποτελούν το μοναδικό δείγμα εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Ιμβρο. Πρόκειται κυρίως για έργα νεώτερων εποχών, χρονολογούμενα από τον 17ο έως και τον 20ό αιώνα. Σαφώς λιγότερα είναι τα δείγματα ζωγραφικής του 17ου αιώνα, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκαν εικόνες της βυζαντινής εποχής, ούτε της πρώιμης μεταβυζαντινής περιόδου (15ος-16ος αι.). 

Μεγαλύτερη ακμή παρατηρείται από το τέλος του 18ου αιώνα, εποχή κατά την οποία ιδρύονται –ή ανακαινίζονται πλήρως– οι περισσότεροι ενοριακοί ναοί του νησιού. Οσες από τις εικόνες δεν κοσμούν τα τέμπλα, τα προσκυνητάρια και τους τοίχους των ενοριακών ναών του νησιού, φυλάσσονται στους νάρθηκες, τους γυναικωνίτες ή είναι αποθηκευμένες σε κασέλες. Κάποιες από αυτές έχουν μεταφερθεί στους ενοριακούς ναούς κάθε οικισμού από τα εξωκκλήσια της ευρύτερης περιοχής τους, ενώ στον μητροπολιτικό ναό Κοίμησης Θεοτόκου στην πρωτεύουσα του νησιού Παναγία έχουν μεταφερθεί και αποθηκευθεί οι εικόνες από τον παλαιό μητροπολιτικό ναό, την Αγία Μαρίνα στο χωριό Κάστρο, ο οποίος από το 1974 δεν λειτουργείται. 

Ενυπόγραφες εικόνες υπάρχουν σχεδόν σε όλους τους ενοριακούς ναούς. Παρά το πλήθος τους και τη σταδιακή απόδοση σειράς ανυπόγραφων εικόνων σε συγκεκριμένους ζωγράφους, τα μόνα στοιχεία για την κατανομή τους στον χρόνο, σε ζωγράφους και εργαστήρια είναι τα μορφολογικά και υφολογικά τους χαρακτηριστικά. Κανένα είδος αρχειακής μαρτυρίας δεν έχει εντοπιστεί στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας για τους ζωγράφους. Οι μόνες πληροφορίες παρέχονται από τις επιγραφές που αναγράφονται στις εικόνες. Σαράντα τρεις τουλάχιστον επώνυμοι ζωγράφοι έχουν εντοπιστεί σε επιγραφές των εικόνων της Ιμβρου, εκ των οποίων επτά είναι με βεβαιότητα Ιμβριοι και δώδεκα τουλάχιστον Κωνσταντινουπολίτες. Οι περισσότερες υπογραφές ζωγράφων (δέκα) απαντούν στις εικόνες του ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Σχοινούδι και αμέσως μετά (εννέα) στον ομώνυμο ναό στο Γλυκύ.

Εικόνα Αγ. Μαρίνας στον ομώνυμο ναό του Σχοινουδιού, με την υπογραφή του ζωγράφου Ιωάσαφ (1834).

Ο ιερέας Φώτιος, ο Πέτρος Χίος και οι άλλοι αγιογράφοι

Οκτώ ζωγράφοι μαρτυρούνται στους ενοριακούς ναούς του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Αγιοι Θεόδωροι και της Αγίας Βαρβάρας στο Ευλάμπιο, καθώς και στο εικονοφυλάκιο της Κοίμησης Σχοινουδίου. 

Ο αριθμός των ζωγράφων μειώνεται στους υπόλοιπους ναούς, με επτά ζωγράφους να εντοπίζονται στην Αγία Μαρίνα Κάστρου, πέντε στην Κοίμηση της Θεοτόκου στην Παναγία και τον Ευαγγελισμό στα Αγρίδια, από τέσσερις στο μητροπολιτικό μέγαρο και την Αγία Μαρίνα Σχοινουδίου, δύο στους Ταξιάρχες στο Φραντζή και από ένας στον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου στους Αγίους Θεοδώρους και στο ναΰδριο των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Σχοινούδι, σήμερα στο σκευοφυλάκιο της Κοίμησης Θεοτόκου στο ίδιο χωριό. Επιπλέον, από τα 43 τουλάχιστον ανώνυμα σύνολα έργων (τόσο επιστύλια όσο και μεμονωμένες εικόνες), κάποια μπορούν να συσχετισθούν με σχετική βεβαιότητα με επώνυμους αγιογράφους, έργα των οποίων απαντούν στο νησί. 

Συνηθέστερα οι ζωγράφοι υπογράφουν με το μικρό τους όνομα, αν και δεν απουσιάζουν οι περιπτώσεις εκείνες όπου αναγράφεται το επίθετό τους (π.χ. Αθανάσιος Ιωαννίδης, Ευστράτιος Χατζηαντωνίου) ή προστίθεται ο τόπος καταγωγής τους (μεταξύ άλλων οι Πέτρος Χίος, Φώτιος και Νικόλαος Ιμβριος, Χαράλαμπος Αγριδιανός, Εμμανουήλ Πετράκης Κρης, Παΐσιος μοναχός Κύπριος, Παναγιώτης Μοσχονησίου). 

Σε μία μάλιστα περίπτωση είναι σαφές ότι πρόκειται για οικογενειακή επιχείρηση: Ανανίου Μισαηλίδου και υιών από την Κωνσταντινούπολη. Ενίοτε, κυρίως στις περιπτώσεις μοναχών και ιερέων, αναγράφεται επιπλέον ο ιερατικός τους βαθμός: Ιλαρίων μοναχός, Φώτιος ιερεύς και αργότερα πρωτόπαπας, Ιωαννίκιος αρχιερεύς, Σωφρόνιος μοναχός Αγιαννανίτης κ.ά., ή το μοναστήρι από το οποίο προέρχονται (Λαυριώτης, Αγιαννανίτης). 

Ο πιο δραστήριος ζωγράφος φορητών εικόνων στο νησί ήταν ο ιερέας Φώτιος, έργα του οποίου απαντούν σε επτά μνημεία, και ακολουθεί ο Πέτρος Χίος με έργα του σε πέντε εκκλησίες. 

Εικόνα Αγίου Δημητρίου από το ομώνυμο εξωκκλήσιο του Πύργου Σχοινουδιού, έργο της αδελφότητας Ιωσαφαίων ζωγράφων (1903).

Σε τέσσερις εκκλησίες ζωγραφίζει ο Ιμβριος Ευστράτιος (Χατζηαντωνίου) και σε τρεις υπάρχουν έργα των ζωγράφων Νικ. Νταντίνα, Φωτίου Ιμβρίου και Χαραλάμπου Αγριδιανού. Σε πέντε ναούς φυλάσσονται εικόνες της συνοδείας των Καρπενησιωτών αγιογράφων, από τις οποίες οι τρεις φέρουν την υπογραφή του Ιωάσαφ, ενώ το επίθετο Γραμμενόπουλος απαντά σε τρία μνημεία. Τέλος, σε δύο εκκλησίες εντοπίστηκαν εικόνες με τα ονόματα των ζωγράφων Ηλία Νιάνια και Ιωαννικίου αρχιερέως. 

Σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις, όπως αυτές των επώνυμων ζωγράφων Μακαρίου Β΄ από τη συνοδεία των Γαλατσιάνων και του Νικηφόρου από τη συνοδεία των Καρπενησιωτών ζωγράφων του Αγίου Ορους, έχουν αποδοθεί, λόγω κοινών εικονογραφικών και τεχνοτροπικών χαρακτηριστικών, ολόκληρα σύνολα δεσποτικών εικόνων που κοσμούν τους ενοριακούς ναούς ή τα εξωκκλήσια των οικισμών της Ιμβρου. 

Το βιβλίο συνυπογράφουν οι Ευγενία Χαλκιά, Αντώνης Μπεκιάρης και Αντώνης Τσάκαλος.

Από τη μελέτη της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Ιμβρο διαπιστώνονται –ήδη από τα ελάχιστα δείγματα ζωγραφικής του 17ου αιώνα– οι άμεσες επαφές με το Αγιον Ορος και τις περιοχές της βόρειας και κεντρικής Ελλάδας. Οι σχέσεις του νησιού με την αγιορειτική κοινότητα θεωρείται δεδομένη άλλωστε, λόγω των μετοχίων που υπήρχαν στο νησί από τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Πρόκειται για τρία μετόχια της μονής Μεγίστης Λαύρας, τα οποία λειτουργούσαν ήδη από τον 14ο αιώνα, και το μετόχι της μονής Κουτλουμουσίου, που μαρτυρείται από τον 17ο αιώνα. Δεν έχει ωστόσο ερευνηθεί κατά πόσον στα μετόχια αυτά λειτουργούσαν αγιογραφικά εργαστήρια, τα οποία θα κάλυπταν τις ανάγκες τόσο των μονών όσο και της τοπικής κοινωνίας και των ενοριακών της ναών. 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί ακόμη το γεγονός ότι στις επιγραφές κάποιοι ζωγράφοι προσδιορίζουν την καταγωγή τους από το νησί, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τους Ιμβρίους Φώτιο και Νικόλαο, καθώς και τον Χαράλαμπο από τα Αγρίδια. Μόνο υποθέσεις όμως μπορούν να γίνουν σχετικά με την ύπαρξη τοπικών εργαστηρίων φορητών εικόνων, τα οποία ενδεχομένως να λειτουργούσαν σε κάποιο από τα αγιορειτικά μετόχια ή τους οικισμούς του νησιού.