ΒΙΒΛΙΟ

Η κραυγαλέα αντίφαση του καθηγητή Φρανσουά

Καταδικασμένος σε αέναη περιπλάνηση

Η κραυγαλέα αντίφαση του καθηγητή Φρανσουά

ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ
Υποταγή 
μτφρ. Λίνα Σιπητάνου
εκδ. Εστία, 2015
 
J.-K. HUYSMANS 
Ανάστροφα 
μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη
εκδ. Στερέωμα, 2019

«Είμαι ολότελα αηδιασμένος απ’ τη ζωή μου, ολότελα κουρασμένος απ’ τον εαυτό μου, αλλά απ’ αυτό μέχρι ν’ αλλάξω ύπαρξη, είναι μεγάλη η απόσταση! Κι έπειτα… κι έπειτα… αν ταράζομαι μέσα στις εκκλησίες, ξαναγίνομαι ασυγκίνητος και στεγνός ευθύς μόλις βγαίνω έξω. Κατά βάθος, σκέφτεται, καθώς σηκώνεται κι ακολουθεί τα λίγα άτομα που κατευθύνονταν, σπρωγμένα απ’ τον νεωκόρο, προς την πόρτα, η καρδιά μου έχει σκληρύνει και αχνίσει απ’ τις κραιπάλες, δεν είμαι άξιος για τίποτα». (Ζ.-Κ. Ουισμάνς, Εμπρός). 

Ετσι ανοίγει η «Υποταγή» του Μισέλ Ουελμπέκ, βιβλίο η κυκλοφορία του οποίου είχε συμπέσει με τα τραγικά γεγονότα στο Παρίσι, το 2015, στα γραφεία του Charlie Hebdo. Γεγονότα που είχαν κοστίσει τη ζωή δώδεκα ανθρώπων. Από τότε, το συγκεκριμένο μυθιστόρημα χρίστηκε «προφητικό» –ένα βιβλίο που αναφέρεται σε μια δυστοπική Γαλλία που περνάει στα χέρια ισλαμιστών– και ο συγγραφέας του απέκτησε τη φήμη Κασσάνδρας. Η «Υποταγή» όμως είναι κάτι διαφορετικό όσο κι αν είναι εύκολο να συνδέσει κάποιος νοηματικά τον τίτλο με την υποταγή σε ένα θεοκρατικό καθεστώς και να ξεμπερδέψει μια και καλή, αποθηκεύοντας, επιπροσθέτως, στη φαρέτρα του και μια λογοτεχνική αναφορά για μελλοντικές χρήσεις κάθε φορά που κάποιο τραγικό γεγονός εμπλέκει ισλαμιστές και Γαλλία. 

Η «Υποταγή» είναι πρωτίστως ένα βιβλίο για τη λογοτεχνία. Ο ήρωας, ο Φρανσουά, καθηγητής Λογοτεχνίας του 19ου αιώνα με εξειδίκευση στον Ζορίς-Καρλ Ουισμάνς, μπορεί να είναι ο τυπικός ουελμπεκικός ήρωας: κυνικός, μοναχικός, φαλλοκράτης, αλλά αυτή τη φορά η ειδικότητά του είναι η λογοτεχνία. Ο Φρανσουά χαρακτηρίζεται λοιπόν από μια κραυγαλέα αντίφαση: ενώ παραμένει αποκομμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο, χαίρει μιας προνομιακής, λόγω επαγγέλματος, κοινωνίας του λογοτεχνικού γίγνεσθαι. Και συνιστά αντίφαση η συνύπαρξη αυτή γιατί η λογοτεχνία είναι το απόλυτο εργαλείο ενσυναίσθησης: «[…] μόνο η λογοτεχνία μπορεί να μας δώσει αυτή την αίσθηση της επαφής μ’ ένα άλλο ανθρώπινο πνεύμα, με την ακεραιότητα αυτού του πνεύματος, τις αδυναμίες και το μεγαλείο του, τους περιορισμούς, τις μικρότητες, τις εμμονές του, τις πεποιθήσεις του· με όλα όσα εκπέμπει, όσα το ενδιαφέρουν, το ερεθίζουν ή το απωθούν». Προσέξτε τι μας λέει, μερικές γραμμές παρακάτω, ο κυνικός ουελμπεκικός καθηγητής Λογοτεχνίας: «[…] όταν το ζήτημα είναι η λογοτεχνία, η ομορφιά του ύφους, η μουσικότητα των φράσεων έχουν τη σπουδαιότητά τους· το βάθος του συλλογισμού του συγγραφέα, η πρωτοτυπία των σκέψεών του δεν είναι αμελητέα· ο συγγραφέας είναι όμως πάνω απ’ όλα ανθρώπινο ον, παρόν στα βιβλία του, το αν γράφει πολύ καλά ή πολύ κακά ενδιαφέρει ελάχιστα εντέλει, το ουσιαστικό είναι ότι γράφει και ότι είναι, πράγματι, παρών στα βιβλία του […] γιατί τα ανθρώπινα όντα διαθέτουν κατ’ αρχήν, ελλείψει ποιότητας, την ίδια ποσότητα ύπαρξης, είναι όλα τους εξίσου παρόντα λίγο πολύ […]» (σελ. 14).

Οταν το θέμα είναι η λογοτεχνία, έχει σημασία να μπορούμε να σταθούμε στο νόημα όσων μας προτάσσει ο δημιουργός. Το απόσπασμα που μόλις παρέθεσα το εκστομίζει ο ίδιος ήρωας που θα εκφράσει στην ερωμένη του την αμφισβήτησή του για το αν τελικά είναι τόσο καλή ιδέα να ψηφίζουν ή να σπουδάζουν οι γυναίκες! Το εκστομίζει ο ίδιος ήρωας που καθώς συνομιλεί με τη μεσήλικη συνάδελφό του, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο, διερωτάται, όταν μαθαίνει για την ύπαρξη του συζύγου της, αν ποτέ την είχε επιθυμήσει κάποιος ερωτικά! Σας ζητώ λοιπόν να διαβάσετε ξανά το απόσπασμα που παρέθεσα στην αρχή, το απόσπασμα που ανοίγει και την «Υποταγή», αλλά στη θέση της εκκλησίας, μέσα στην οποία «ταράζεται ενώ ξαναγίνεται ασυγκίνητος και στεγνός ευθύς μόλις βγαίνει έξω», σας ζητώ να διαβάσετε «λογοτεχνία». Αντί «εκκλησία», «λογοτεχνία». Η συμπεριφορά του ήρωα του Ουελμπέκ ομοιάζει με τη συμπεριφορά του ήρωα του Ουισμάνς. Η πίστη του πρώτου τυγχάνει να επικεντρώνεται αλλά και να εξαντλείται στη λογοτεχνία. Στη λογοτεχνία που δεν είναι λοιπόν μια συρραφή αποσπασμάτων εν τη ρύμη του λόγου, αλλά ένα οργανικό σύνολο που όταν κατασκευάζεται σωστά υποδηλώνει και αντιστικτικά, όπως με τη χαοτική διαφορά που διαχωρίζει, από τη μία, τη στάση του Φρανσουά απέναντι στη λογοτεχνία και, από την άλλη, απέναντι στον κοινωνικό του περίγυρο. Στην καρδιά της «Υποταγής» λοιπόν, στο πρόσωπο του ήρωά της, ενδημεί μια ασυνέχεια.      

Η κυκλοφορία του βιβλίου είχε συμπέσει με την αιματηρή επίθεση, το 2015, στα γραφεία του Charlie Hebdo. Από τότε, το μυθιστόρημα «Υποταγή» χρίστηκε «προφητικό» — για μια δυστοπική Γαλλία που περνάει στα χέρια ισλαμιστών.

Ο Ουελμπέκ εκμεταλλεύεται αυτή την ασυνέχεια υποδειγματικά: ο ήρωάς του εμφανίζεται ως ειδικός στον Ουισμάνς, ο οποίος συνιστά μια ιδιάζουσα περίπτωση όχι μόνο γιατί χαίρει της εκτίμησης που χαίρει ως συγγραφέας, αλλά και γιατί ως άνθρωπος είχε βιώσει μια μεταστροφή κολοσσιαίων διαστάσεων: είχε περάσει από την αθεΐα στον καθολικισμό. Ο Ουισμάνς είναι κάτι σαν το ινδικό χοιρίδιο του κυνικού και άθεου Φρανσουά που παρακολουθεί από απόσταση ενός και πλέον αιώνα, μέσω των μυθιστορημάτων του, μέσω δηλαδή της λογοτεχνίας και του ενσυναισθητικού της φίλτρου, την πορεία του προς την πίστη και τον καθολικισμό. Ο Φρανσουά, που παραμένει πέρα ώς πέρα άθεος, παραλληλίζει την κατάστασή του με την περίπτωση κάποιου που, παρότι δεν έχει ερωτευτεί ποτέ, αποπειράται να προσεγγίσει ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο σε ένα πάθος. Και, φυσικά, βγαίνει χαμένος· αισθάνεται, στην παρακολούθηση αυτής της πορείας, «ανία» (σελ. 52), γιατί στερείται της συναισθηματικής σκευής και προσήλωσης. Ο Ουελμπέκ όμως, με αυτό τον τρόπο, θέτει τις συντεταγμένες του μυθιστορήματός του στον άξονα που συνδέει τον έρωτα με την πίστη στον Θεό. Ο ειδήμων του, ο Φρανσουά, προτάσσει το ερωτικό πάθος ως τη στήλη της Ροζέττας, που θα του παράσχει αδιάσειστα στοιχεία για να μπορέσει να μεταφράσει την αλλαγή παραδείγματος που βιώνει ο αγαπημένος του Ουισμάνς, στη δική του, άθεη καθομιλουμένη· όπως είναι αναμενόμενο, η μετάφραση αποτυγχάνει. Και αποτυγχάνει γιατί ο Φρανσουά δεν μπορεί καν να προσεγγίσει το ερωτικό πάθος ως ερωτευμένος· το προσεγγίζει διαρκώς ως κυνικός, ως άθεος. 

Υπάρχει ένα σημείο στο έβδομο κεφάλαιο του «Ανάστροφα», όπου ο ήρωας του Ουισμάνς, ο Ντεζ Εσσέντ, θυμάται τα χρόνια του ως μαθητής των ιησουιτών και προσπαθεί, ως ενήλικος πια, να ξεδιαλύνει τους λόγους που τον κρατούν μακριά από την πίστη· πρακτική από μόνη της αδόκιμη, καθότι «λόγοι» και «πίστη», εξ ορισμού, δεν συνάδουν. Ο Ντεζ Εσσέντ (του Ουισμάνς) αναζητεί λόγους για να πιστέψει στον Θεό με τον ίδιο τρόπο που ο Φρανσουά (του Ουελμπέκ) αναζητεί λόγους για να ερωτευτεί. Γράφει ο Ουισμάνς: «[…] όμως, αν οι μυθιστοριογράφοι μιλούν για τον κεραυνοβόλο έρωτα, κάποιοι θεολόγοι μιλούν επίσης για την κεραυνοβόλο πίστη· αν δεχτούμε ως αληθινό τούτο το δόγμα, ουδείς είναι σίγουρος πως δεν θα υποκύψει» (σελ. 140). Και μπορεί τελικά ο Ουισμάνς, λίγο μετά το «Ανάστροφα», να πραγματοποιεί το άλμα της πίστης, αλλά ο Φρανσουά παραμένει ανέστιος από κάθε άποψη. Στην αποχαιρετιστήρια συνάντησή του με τη Μίριαμ, τη φλογερή, Εβραία ερωμένη του, που ενόψει των εκλογικών εξελίξεων εγκαταλείπει τη Γαλλία με προορισμό το Ισραήλ, ο Φρανσουά θα διατυπώσει μια συγκλονιστική φράση: «Δεν υπάρχει Ισραήλ για μένα» (σελ. 116). Μη σας παραπλανά λοιπόν το τέλος της «Υποταγής»· ο Φρανσουά παραμένει καταδικασμένος σε μια αέναη περιπλάνηση, σε μια μεταφυσική διασπορά δίχως τέλος.