ΒΙΒΛΙΟ

Ο πνευματώδης «κύριος Γουάιλντερ»

Το πορτρέτο του ιδιοφυούς Αμερικανού σκηνοθέτη, με επίκεντρο τα γυρίσματα της ταινίας του «Φεντόρα»

Ο πνευματώδης «κύριος Γουάιλντερ»

ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΚΟΟΥ
Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ
μτφρ.: Αλκηστις Τριμπέρη
εκδ. Πόλις, 2020, σελ. 436

o-pneymatodis-kyrios-goyailnter0Ο Αγγλος συγγραφέας Τζόναθαν Κόου ανασυνθέτει το πορτρέτο του ιδιοφυούς Αμερικανού σκηνοθέτη αυστροεβραϊκής καταγωγής Μπίλι Γουάιλντερ. Ο πνευματώδης «κύριος Γουάιλντερ» διανύει τη δεκαετία του ’70, όταν το Χόλιγουντ χρηματοδοτούσε ταινίες με σκοπό τη μεγάλη εμπορική επιτυχία, όπως «Τα σαγόνια του καρχαρία» του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Μετά το απόγειο της καριέρας του τη δεκαετία του ’50, ο Γουάιλντερ εναγωνίως αναζητά οικονομικούς πόρους για να ολοκληρώσει την ταινία του «Φεντόρα», την οποία θα γυρίσει εν μέρει στην Ελλάδα.

Το μυθιστόρημα ξεκινάει στο Λονδίνο του 2013, όπου προβάλλεται η πλοκή υπαρκτών προσώπων και γεγονότων μέσα από τις αναμνήσεις της φανταστικής ηρωίδας, Αγγλοελληνίδας Καλλιστώς Φραγκοπούλου. Η αναπάντεχη γνωριμία της στο Λος Αντζελες με τον Μπίλι Γουάιλντερ και τον σεναριογράφο του Ιζ Ντάιμοντ δημιουργεί τις προϋποθέσεις να συνεργαστεί στα γυρίσματα της «Φεντόρα» το 1977 στην Κέρκυρα, στο Μόναχο και στο Παρίσι.

Χιουμοριστικά στιγμιότυπα, γραφικές φιγούρες, ευτράπελα σκηνικά φέρουν το στίγμα εκείνης της εποχής, όταν το κοινό άρχιζε να αναζητά νοήματα στη φιλμογραφία έξω από τις προθέσεις του δημιουργού.

Ενας νεαρός χίπης πλησιάζει τον εβδομηντάχρονο Γουάιλντερ την ώρα που γευματίζει με τον Ντάιμοντ, τις συζύγους τους και την Καλλιστώ στο παριζιάνικου τύπου εστιατόριό του στο Χόλιγουντ. Δηλώνει την ταύτισή του με τον Τζακ Λέμον στην «Γκαρσονιέρα» που τον έκανε να δει πόσο «περιορισμένος» ήταν, ωθώντας τον τελικά στην κουλτούρα των ψυχεδελικών ταξιδιών. Στην Κέρκυρα, ένας Ελληνας δημοσιογράφος, του οποίου τις ερωτήσεις μεταφράζει η Καλλιστώ, αφήνει άναυδο τον Γουάιλντερ με τον υπεραναλυτικό του λόγο. Τον ρωτάει αν στην ταινία του για τον σπουδαίο αεροπόρο Τσαρλς Λίντμπεργκ, που υποδύεται ο Τζέιμς Στιούαρτ, εκφράζει κατά βάθος το «εύθραυστο προσωπείο των βαθύτερων ψυχοσεξουαλικών ανασφαλειών» του αμερικανικού ανδρικού αρχετύπου. Στο Μόναχο, ο σύντροφος της Μάρθα Κέλερ (πρωταγωνίστριας του «Φεντόρα») Αλ Πατσίνο, ως περσόνα μαφιόζου του «Νονού», επιβάλλει να του φτιάξουν το εκτός μενού αμερικάνικο χάμπουργκερ σε πολυτελές γερμανικό εστιατόριο, εκνευρίζοντας αφόρητα τον Γουάιλντερ.

Ο σεναριογράφος Ιζ Ντάιμοντ εκτιμά την άπειρη, αλλά ευαίσθητη και διακριτική νεαρή Καλλιστώ. Τη μυεί στην τέχνη του φίλου του Μπίλι εξηγώντας πως το εκλεπτυσμένο, υπαινικτικό χιούμορ προσφέρει στον άνθρωπο διαφυγή από τη σκληρή πραγματικότητα. Η Καλλιστώ διαισθάνεται μια αλλοτινού τύπου πνευματικότητα πίσω από το να μην αλλάζουν τα λόγια του σεναρίου, βλέποντας τη Μάρθα Κέλερ στον ρόλο της Φεντόρα, να επαναλαμβάνει κατόπιν αυστηρής οδηγίας του σκηνοθέτη την ίδια ατάκα μέχρι εξαντλήσεως, χωρίς να ξεχάσει μια λέξη, ενώ ταυτόχρονα χορεύει.

Νεαρός σκηνοθέτης ακόμη ο Γουάιλντερ θα ξεφύγει εγκαίρως από τη ναζιστική κεντρική Ευρώπη και το Παρίσι για να βρει καταφύγιο στην Αμερική. Πεπεισμένος ότι έχει χάσει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης τη μητέρα, τη γιαγιά και τον πατριό του θα παρακολουθήσει μετά το πέρας του πολέμου τις μπομπίνες με τα ντοκουμέντα του Ολοκαυτώματος, προσπαθώντας να διακρίνει ανάμεσα στις σορούς πτωμάτων ή στους επιζήσαντες τα πρόσωπα των συγγενών του.

Η εσωτερίκευση αυτής της τραγικότητας συνδέεται με τη «Φεντόρα» που έχει χρηματοδοτηθεί από γερμανική εταιρεία του Μονάχου, στελεχωμένη από αρνητές του ναζισμού. Στην ταινία του Γουάιλντερ, η Φεντόρα προκειμένου να παραμείνει στο προσκήνιο, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της, κρατάει φυλακισμένη μυστικά τη σωσία κόρη της, υποχρεώνοντάς την να την υποκαθιστά στους πρωταγωνιστικούς της ρόλους. 

Ο Γουάιλντερ παραδέχεται ότι για να επιβιώσει η τέχνη πρέπει να είναι εμπορική. Στο σπίτι του κρέμονται πίνακες των Σίλε, Κλιμτ και Πικάσο. Εκείνος έχει επενδύσει στην τέχνη που διαρκεί αιώνια.