ΒΙΒΛΙΟ

Αλαλούμ μέχρι δακρύων

Αλαλούμ μέχρι δακρύων

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ
Ο δον υπαστυνόμος
εκδ. Αντίποδες, σελ. 272
 
alaloym-mechri-dakryon0Και τι δεν υπάρχει σε αυτό το βιβλίο. Ολομέταξα πουλάρια, κατσαρίδες από κασσίτερο, κήποι «με ορειχάλκινες τουλίπες», φορτηγά γεμάτα «ψοφίμια ασημοπούπουλων γαϊδάρων», άμαξες γεμάτες «μονόφθαλμους χαρτοπαίκτες», χωρικοί που βόσκουν σαρανταποδαρούσες, «νυφίτσες φασκιωμένες σε ματωμένες γάζες», «αλογόμορφες κίχλες», μηχανικά μέντιουμ με έφεση στην αρχαϊκή επική ποίηση, αλλά και το «Δωμάτιο των Ανεμιστήρων», προορισμένο για ανήσυχους ποιητές. Με αυτό τον παρδαλό κόσμο, κάπου στα περίχωρα της Μάντσας, έρχεται αντιμέτωπος ο Αστόλφος Βαρνακομπούμπο, ερασιτέχνης υπαστυνόμος, στην προσπάθειά του να διαλευκάνει τη δολοφονία του ξυλοπόδαρου Τίο Αρμελίνο. Ο ανιψιός του νεκρού, ο Ιαβέρης Κούγκατ Περφίντια, καθ’ έξιν υπνοβάτης, γνωρίζοντας το πάθος του Αστόλφου για την αστυνομική λογοτεχνία, του αναθέτει να βρει τον φονιά.

«Το γράψιμο θα αποτελούσε ανώφελη πράξη αν στη λογοτεχνία δεν ήταν όλα δυνατά». Εκκινώντας από αυτό τον καταστατικό για την πεζογραφία του αφορισμό, ο Δημήτρης Καρακίτσος αποχαλινώνει τον παραλογισμό σε γκροτέσκα μυθεύματα, διακειμενικά πάντοτε. Τώρα μας παρουσιάζει «ένα σουρεαλιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα». Ο σουρεαλισμός έρχεται άνωθεν, από τον επουράνιο συγγραφέα, ο οποίος παρατηρεί τα παθήματα του άμοιρου που δημιούργησε κατ’ εικόνα του. Κραδαίνοντας την «πένα της λογοτεχνίας», ο παντογνώστης αφηγητής εποπτεύει, από τον Πολικό Αστέρα όπου εγκατοικεί, τον Αστόλφο που ήταν ολόιδιος ο δον Κιχώτης. Τον βλέπει να ταλανίζεται σε ένα σύμπαν φαντασμαγορικό και ανόητο, να υποπίπτει σε πλάνες, να ηττάται πανηγυρικά και να διαβάζει το Τρίστραμ Σάντι του Στερν και το Βένουσμπεργκ του Καρακίτσου. Ο δημιουργός του Αστόλφου είναι οπωσδήποτε αντισυμβατικός, ένας φανατικός του αντικομφορμισμού. Περιφρονεί τους «καλαμαράδες της πεπατημένης» καθώς και τις νόρμες της κλασικότροπης λογοτεχνίας. Οπως λέει, το μυθιστόρημά του «δεν είναι ψαροκάικο, αλλά ένα αστρικό σκάφος που κοιτά από ψηλά τα βαθιά νερά της παλιάς τέχνης, χαρούμενο και εν πολλοίς ανακουφισμένο που δεν του ζητήθηκε να βρέξει την καρίνα του στα προσχηματικά τους κύματα». Αρχοντας στο «έναστρο παλάτι» του, ο αφηγητής δοκιμάζει περιχαρής και ασυγκράτητος τη δημιουργική του ασυδοσία. Κατασκοπεύοντας τον ήρωα κρυμμένος σε διάφορες κρυψώνες των φράσεων, ο συγγραφέας τον εμπλέκει στην εξιχνίαση «μιας κατά φαντασίαν ανθρωποκτονίας», σε ένα μυθοπλαστικό γλεντοκόπι, στο οποίο τον συντροφεύουν ανυπόληπτα πρόσωπα, όπως ο ευέξαπτος ταχυδρόμος Λιμπριμπούρ, ο νεκρός υπηρέτης Γκαουσταφάν, η αδελφή του η Ματίλντε, ο χωροφύλακας Ντανιέρι, η τετραπέρατη, λάγνα πλύστρα Μαριτόρνα, ο ρυπαρός ιερέας Αμβρόσιος και ο πιο δόλιος όλων, ο Πέπε Αμάδης, που αθέατος «γρατζουνά τις ένρινες χορδές της κιθάρας του». Ο Πέπε Αμάδης ήταν σπουδαίος καλλιτέχνης και ίσως γι’ αυτό «άνθρωπος καμίας βαρύτητας, υπερευαίσθητος και ανεύθυνος».

Προφανώς ο Καρακίτσος εμπιστεύεται το βάθος στην ελαφρότητα. Η ξέφρενη παρωδία και οι μυθοπλαστικές εκκεντρικότητες προτείνουν έναν αιρετικό τρόπο συγγραφής, που ακουμπά στην «παλιά τέχνη» για να τη δυναμιτίσει, αλλά με τους δικούς της όρους. Θα έκανα λόγο για βέβηλη απομίμηση, για πεποιημένη εξέγερση. Ομως, πέρα από τη λογοτεχνική στόχευση, που υποψιάζομαι πως είναι πολύ βαθυστόχαστη, εκείνο που κυριαρχεί στην αφήγηση είναι η εξωφρενικότητα, το περιγέλασμα και το άναρχο φαντασιοκόπημα. Σε αυτό το πλαίσιο, πράγματι όλα είναι δυνατά, πλην της αιτιότητας. Αλλά ο αστρικός συγγραφέας απεχθάνεται τα «γιατί». «Το Γιατί είναι ποταπή λέξη, που αδυνατεί να αποκτήσει βαρύτητα έξω από την επικράτεια της αληθοφάνειας». Το μυθιστόρημα του Καρακίτσου είναι υπεροπτικό και επιδεικτικό. Η αποποίηση της σοβαροφάνειας δεν είναι παρά προσποίηση. Ωστόσο, κάνει κάτι σπάνιο για τα εντόπια λογοτεχνικά ήθη, ψυχαγωγεί. Το βιβλίο διασκεδάζει τον αναγνώστη, διασκεδάζοντας και το ίδιο με την ψυχή του.