ΒΙΒΛΙΟ

Γυρεύοντας το όνομα του ανθρώπου

Η «Κόλαση της Τρεμπλίνκα» και η θαυμαστή περίπτωση του συγγραφέα και δημοσιογράφου Βασίλι Γκρόσμαν

Γυρεύοντας το όνομα του ανθρώπου

gyreyontas-to-onoma-toy-anthropoy0Το στρατόπεδο εξόντωσης της Τρεμπλίνκα (στην πραγματικότητα ήταν ένα σύμπλεγμα στρατοπέδων με τις ονομασίες «Τρεμπλίνκα 1» και Τρεμπλίνκα 2») δημιουργήθηκε από τους ναζί (τα SS και την ελεγχόμενη από τους ναζί Αστυνομική Διεύθυνση της Πολωνίας) από τον Νοέμβριο του 1941 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1942, στο ενδιάμεσο των χωριών Τρεμπλίνκα και Μαλκίνια, 80 χιλιόμετρα ανατολικά της Βαρσοβίας – και πολύ κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή Βαρσοβίας – Μπιάλιστοκ (του οποίου αποτέλεσε παράκαμψη). Ουσιαστικός στόχος του στρατοπέδου της Τρεμπλίνκα ήταν η εξόντωση των Εβραίων των γκέτο της Βαρσοβίας και του Ράντομ (δηλαδή των Εβραίων της κεντρικής Πολωνίας). Πράγματι, μονάχα από το γκέτο της Βαρσοβίας μεταφέρθηκαν 265.000 Πολωνοεβραίοι ανάμεσα στον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 1942 – ενώ μέχρι τον Φεβρουάριο του 1943 ακολούθησαν άλλες 365.000 άνθρωποι από το Ράντομ και άλλες 110.000 από το Μπιάλιστοκ. Στην Τρεμπλίνκα επίσης οδηγήθηκαν Εβραίοι από το Λιούμπλιν, τη Βοημία, τη Βουλγαρία, τη Θράκη (που βρισκόταν υπό βουλγαρική κατοχή – περίπου 4.500 Ελληνες Εβραίοι) καθώς και αδιευκρίνιστος αριθμός Τσιγγάνων. Οι ναζί εκκενώνοντας το στρατόπεδο το καλοκαίρι του 1944, λίγο πριν από την είσοδο του Κόκκινου Στρατού, κατέστρεψαν όλα τα αρχεία των δολοφονιών κάνοντας ασαφή τον πραγματικό αριθμό των θυμάτων. Ωστόσο, όλα δείχνουν πως περισσότεροι από 900.000 άνθρωποι δολοφονήθηκαν στην Τρεμπλίνκα: το Ιδρυμα Γιαντ Βασέμ κάνει λόγο για 870.000 δολοφονημένους – το United States Holocaust Memorial Museum υπολογίζει τον αριθμό από 870.000 μέχρι 925.000 ανθρώπους. Αυτό σημαίνει πως στα 240 στρέμματα του στρατοπέδου συντελέστηκε η δεύτερη μεγαλύτερη εκατόμβη του Ολοκαυτώματος: μόνο η θηριωδία που συντελέστηκε στο σύμπλεγμα των στρατοπέδων του Αουσβιτς-Μπίρκεναου είναι ποσοτικά μεγαλύτερη από αυτή (εκεί οι δολοφονημένοι προσεγγίζονται από 1,1 έως 1,3 εκατ. άνθρωποι).

Με καθυστέρηση 70 ετών

Την πολυδιάστατη (και διαρκώς ζωτικά αναγκαία σε όλα τα επίπεδα) συζήτηση για το στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα και για το Ολοκαύτωμα γενικότερα επαναφέρει στη χώρα μας η πολύ σημαντική πρωτοβουλία των εκδόσεων Αγρα να εκδώσουν στα ελληνικά την εμβληματική «Κόλαση της Τρεμπλίνκα», γραμμένη από μια θρυλική φυσιογνωμία των ευρωπαϊκών γραμμάτων, τον Ρωσοεβραίο συγγραφέα Βασίλι Γκρόσμαν (σε έξοχη μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου και εκτενή εισαγωγή από την ίδια). Ο Γκρόσμαν (1905-1964), ο οποίος υπήρξε Σοβιετικός ανταποκριτής στα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου, μπήκε στην Τρεμπλίνκα το καλοκαίρι του 1944 ακολουθώντας τον Κόκκινο Στρατό, έγραψε το εκτενές ρεπορτάζ του τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς και το δημοσίευσε πρώτα τον Δεκέμβριο του 1944 στο περιοδικό Znamja («Λάβαρο») και την επόμενη χρονιά σε βιβλίο. (Κι εδώ μια επιβεβλημένη παρένθεση: το βιβλίο εκδίδεται στα ελληνικά με καθυστέρηση εβδομήντα χρόνων: στους πολλούς λόγους που οφείλουμε αναγνωστική ευγνωμοσύνη στις εκδόσεις Αγρα ένας ακόμη. Και ας μην ξεχνάμε πως χάρη σε αυτόν τον εκδοτικό οίκο, για να μείνω στα σχετικά με το θέμα μας βιβλία, αξιωθήκαμε να διαβάσουμε στα ελληνικά, έστω και με καθυστέρηση πενήντα χρόνων, το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι –κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο βιβλίο του μεταπολεμικού κόσμου–, αλλά και τη «Μαντόνα Σιξτίνα» του ίδιου του Γκρόσμαν – ένα καταστατικό κείμενο του βιωματικού μεταπολεμικού ουμανισμού.)

Η «Κόλαση της Τρεμπλίνκα» έχει διπλή ιστορική σημασία: Κατά πρώτον, είναι το πρώτο αναλυτικό ρεπορτάζ αυτόπτου δημοσιογράφου που δημοσιεύθηκε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την απερίγραπτη φρίκη τους (και εδώ να σημειώσω πως διαφωνώ με τον όρο «μαρτυρία» στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης – μαρτυρία θα είχαμε εάν επρόκειτο για την αφήγηση ενός επιζήσαντα των στρατοπέδων, όπως ήταν, λόγου χάρη, ο Πρίμο Λέβι και πολλοί άλλοι). Κατά δεύτερον, είναι το κείμενο που αποτυπώνει την κρίσιμη εμπειρία από την οποία θα πυροδοτηθεί η κρίσιμη μετατροπή του Γκρόσμαν από έναν καθεστωτικό Σοβιετικό συγγραφέα σε έναν αντικαθεστωτικό ουμανιστή συγγραφέα.

gyreyontas-to-onoma-toy-anthropoy1
Πυρκαγιά περιμετρικά του στρατοπέδου κατά την εξέγερση των κρατουμένων, στις 2 Αυγούστου 1943. Κάτω, το εξώφυλλο της εμβληματικής «Κόλασης της Τρεμπλίνκα», που εκδίδεται στα ελληνικά με επτά δεκαετίες καθυστέρηση.

Ο Γκρόσμαν, όταν μπαίνει στην Τρεμπλίνκα, κατανοεί, έκπληκτος και σοκαρισμένος, πως βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο της ανθρώπινης πορείας: Ορθά η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου κάνει λόγο για ένα «κείμενο μετάβασης της ανθρωπότητας από την προ του Ολοκαυτώματος αθωότητα στη μετά το Ολοκαύτωμα οδυνηρή γνώση». Ο ίδιος ο Γκρόσμαν ως Σοβιετικός καθεστωτικός συγγραφέας και ανταποκριτής έχει δεσμεύσεις: Λόγου χάρη δεν θα αναφερθεί στους Ουκρανούς φύλακες της Τρεμπλίνκα, ούτε στον κτηνώδη δήμιο με το παρόνομα «Ιβαν ο τρομερός» – είναι προφανές πως κάτι τέτοιο θα υπονόμευε το αφήγημα του «Νέου Σοβιετικού Ανθρώπου». Ωστόσο, η εκπληκτική συγγραφική ενόρασή του τον οδηγεί από την πρώτη στιγμή να μιλήσει για ένα έγκλημα που υπονομεύει το ηθικό μέλλον της ανθρωπότητας, που διαρρηγνύει την τάξη του κόσμου: «Η γη φτύνει μέσα από το σκασμένο χώμα σπασμένα κόκαλα, δόντια, αντικείμενα, χαρτιά – δεν θέλει να κρατάει μέσα της μυστικά». Πέρα από ένα μείζον ιστορικό ντοκουμέντο, είναι προφανές πως έχουμε και ένα κείμενο παγκόσμιας αναφοράς για την ερευνητική και στοχαστική δημοσιογραφία. Ο Γκρόσμαν συλλαμβάνει με πρωτοφανή ευστοχία τη βίαιη είσοδο σε μια νεωτερικότητα όπου η εξόντωση μιας ολόκληρης φυλής (στην οποία ανήκε κατά ένα μέρος και ο ίδιος) οργανώθηκε και εκτελέστηκε όχι ως αποτέλεσμα μιας πολεμικής έξαψης αλλά μιας βιομηχανικής κανονικότητας. Και αναζητά ως μόνη απάντηση στον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό της κτηνωδίας τη μνήμη του ανθρώπου: καθώς βλέπει τα κατάλοιπα των ανθρώπων να ξεβράζονται μέσα από το χώμα, σκέφτεται πως τα ονόματα όλων των δολοφονημένων και αφανισμένων χάθηκαν και αγκιστρώνεται σε μια πρωταρχική ιερότητα που απομένει, ένα όνομα «που δεν κατάφερε να τσαλαπατήσει στο χώμα η συμμορία των Χίτλερ – Χίμλερ – το όνομα Ανθρωπος».

Η κρίσιμη μεταστροφή

Είναι η ώρα που γίνεται και η κρίσιμη μεταστροφή μέσα στον Γκρόσμαν: λίγο πριν μπει στην Τρεμπλίνκα έχει μάθει πως στο Μπερντίτσεφ της Ουκρανίας έχει εκτελεστεί από τους ναζί η μητέρα του μαζί με τους 30.000 Εβραίους της πόλης. Και στην Τρεμπλίνκα βλέπει τα σπαρακτικά ανθρώπινα ίχνη να εκμηδενίζονται από μια Ιστορία που ισοπεδώνει κάθε ανθρώπινη αξία. Σιγά σιγά, ο διάσημος Σοβιετικός συγγραφέας, ο δοξασμένος πολεμικός ανταποκριτής των κομματικών εφημερίδων, υποχωρεί: ο Γκρόσμαν αρχίζει να αναζητεί υπόγεια μια συνολική απάντηση. Πλέον δεν στέκεται ενάντια σε έναν εχθρό – στέκεται ενάντια στη μεγάλη Ιστορία, που συντρίβει το τρεμάμενο ανθρώπινο σώμα. Και πάνω σε αυτόν τον άξονα, κόντρα στην προηγούμενη διαδρομή του, κόντρα στην ασφάλεια του ίδιου και της οικογένειάς του, δημιουργεί τα τρία μεγάλα έργα του: το ποιητικό δοκίμιο «Μαντόνα Σιξτίνα» (Αγρα 2011, μετάφραση Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ) και τα μυθιστορήματα «Τα πάντα ρει» και «Ζωή και πεπρωμένο» (και τα δύο από τον Γκοβόστη, 2016 και 2013 αντίστοιχα, σε μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα) – το τελευταίο είναι δίχως αμφιβολία ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Αλλά από το 1953, ο Γκρόσμαν βρίσκεται σε δυσμένεια· τα μυθιστορήματά του μένουν ανέκδοτα, το «Ζωή και πεπρωμένο» θα κατασχεθεί, και ο ίδιος πλέον στρέφεται με επιστολές εναντίον των λογοκριτών του δίχως να μετανιώνει για τίποτε. 

gyreyontas-to-onoma-toy-anthropoy2
O Bασίλι Γκρόσμαν στο αρχηγείο του Σβάτοβο, τον Απρίλιο του 1943. Ο θρυλικός Ρωσοεβραίος συγγραφέας, ο οποίος υπήρξε Σοβιετικός ανταποκριτής στον Β΄ Παγκόσμιο, μπήκε στην Τρεμπλίνκα το καλοκαίρι του 1944.

Οταν ο ορθολογισμός γκρεμίστηκε μπροστά στους θαλάμους αερίων

Ο Γκρόσμαν θα πεθάνει το 1964 από καρκίνο, απομονωμένος και λογοκριμένος, δίχως να ξέρει πως μετά τον θάνατό του τα βιβλία του θα κυκλοφορήσουν πρώτα στο εξωτερικό τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 (και πολύ αργότερα στην πατρίδα του) και θα γίνουν εμβληματικά έργα της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Τσβετάν Τοντόροφ σημειώνει στο σημαδιακό «Μνήμη του κακού, Πειρασμός του καλού» (εκδόσεις Εστία, 2003, μετάφραση Κώστα Κατσουλάρη): «Ο Γκρόσμαν είναι το πιο εμβληματικό παράδειγμα Σοβιετικού συγγραφέα πρώτου μεγέθους που μέσα του συντελέστηκε η απόλυτη μεταμόρφωση: ο θάνατος του σκλάβου και η ανάσταση του ελεύθερου ανθρώπου».

Μία από τις πιο επώδυνες συνειδητοποιήσεις που προκάλεσε το Ολοκαύτωμα στον μεταπολεμικό κόσμο είναι η πικρή διαπίστωση πως ο Διαφωτισμός και οι αξίες που αυτός προέταξε έχουν ρηχά θεμέλια: Η πίστη στην ανθρώπινη καλοσύνη που θα κατισχύσει των ορμέμφυτων του μίσους και της κακίας, η πεποίθηση πως είναι δυνατή η ηθική ολοκλήρωση του ανθρώπου μαζί με τη μορφωτική και την επιστημονική του εξέλιξη, η ελπίδα πως ο ορθολογισμός θα γκρεμίσει τις δοξασίες του μίσους και θα στεριώσει τον ανθρωπισμό ως κυρίαρχη πολιτική προοπτική, όλα αυτά γκρεμίστηκαν βίαια μπροστά στο θέαμα των θαλάμων αερίων και των κρεματορίων των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Το Ολοκαύτωμα συντελέστηκε στην καρδιά της διαφωτισμένης Δύσης και ήταν μια βιομηχανική επιχείρηση εξόντωσης, όπου το αδιανόητο κακό καταμερίστηκε σε μια σειρά από διαδοχικές (και εντέλει απολύτως διανοητές) κοινοτοπίες, οι οποίες συντελέστηκαν από εκατοντάδες χιλιάδες «υπαλλήλους» σε ολόκληρη την Ευρώπη δίχως η βιομηχανική τους ακολουθία να διασπαστεί στο ελάχιστο. Πλέον, τίποτε δεν μπορεί να μας πείσει πως στον υπερσυνδεδεμένο σύγχρονο κόσμο μια αντίστοιχη βιομηχανική επιχείρηση θανάτου μιας άλλης «ενοχλητικής» για την πλειονότητα ομάδας ανθρώπων δεν θα ξανασυμβεί με παρόμοιο (και προφανώς πολύ πιο εξελιγμένο) καταμερισμό ενός καινούργιου (αλλά πάντοτε ίδιου) αδιανόητου κακού. Και αυτό το νέο κακό θα συντελεστεί από μια νέα σειρά πολλών «ανεύθυνων υπαλλήλων» – από ανθρώπους σαν κι εμάς.

Σε αυτήν τη διαδρομή, όπου ο ανθρωπισμός δεν είναι πάντα ορθολογικός και ο ορθολογισμός δεν είναι πάντα ανθρώπινος, οι ηθικές αντιπροτάσεις αντίστασης στο καταμερισμένο αδιανόητο κακό μπορούν να βαδίσουν δύο δρόμους. Ο πρώτος είναι ο δρόμος μιας θεολογικής πίστης, όπου μια μεταφυσική αρχή (στις περισσότερες περιπτώσεις: ο Θεός) δεν μας επιτρέπει να συμμετέχουμε σε αυτό το κακό ακόμη και όταν το επιτάσσουν οι κοινωνικές νόρμες (η κρίσιμη φράση εδώ ανήκει στον Ιβάν Καραμάζοφ: «Εφόσον δεν υπάρχει Θεός, τότε όλα επιτρέπονται»). Ο δεύτερος είναι ο δρόμος μιας βιωματικής ανθρωπινότητας, που αγνοεί τη μεταφυσική κρατώντας την παραδοχή ότι η ζωή σε όλες της τις εκφάνσεις είναι το κέντρο της ηθικής λογοδοσίας μας, άρα και το μέτρο της όποιας νοηματοδοσίας: η ιερή ζωή των άλλων είναι η εκπλήρωση της δικής μας ζωής.
Οσοι αναζητούν αυτόν τον δεύτερο δρόμο της ανθρωπινότητας, όπου το όνομα του ανθρώπου είναι η πρωταρχική του ιερότητα, αναμφίβολα έχουν να σκεφθούν τη θαυμαστή περίπτωση του Βασίλι Γκρόσμαν.