ΒΙΒΛΙΟ

Η ζωή και το πεπρωμένο του Γκρόσμαν

Η χαμένη μάνα, ο ενοχικός γιος, ο πολεμικός ανταποκριτής, ο συγγραφέας και το λογοκριμένο έργο

Η ζωή και το πεπρωμένο του Γκρόσμαν

i-zoi-kai-to-pepromeno-toy-gkrosman0Δεν μπορούσε να ξεχάσει ότι αυτή η νεαρή κοπέλα είχε περπατήσει ώς τα περίχωρα της πόλης μόνο και μόνο για να δώσει τέλος στη ζωή της με πιστόλι. Θυμόταν ακόμα το φως του ανοιξιάτικου ήλιου, την παγωνιά, το χιόνι στους αγρούς και το πεσμένο γυναικείο κορμί με το ματωμένο κρανίο. Του προκαλούσε τρόμο η σκέψη ότι καθώς η γη ξυπνούσε απ’ τον χειμώνα, το κορίτσι αυτό είχε αποφασίσει να τελειώσει τη ζωή του εξαιτίας της πείνας και της ανέχειας. 

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε πτώμα. Στον εμφύλιο πόλεμο που διαδέχθηκε το πραξικόπημα των μπολσεβίκων, ο Γκρόσμαν είχε δει διάφορες αγριότητες. Τότε ήταν έφηβος. Το 1929 όμως, όταν έπεσε πάνω στην άγνωστη κοπέλα, ήταν πια είκοσι τεσσάρων, διάβαζε εντυπωσιασμένος τον «Θάνατο του Ιβάν Ιλιτς» του Τολστόι και συνέχιζε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση να αισθάνεται δέος απέναντι στη μοναδικότητα και στην ευθραυστότητα της ανθρώπινης ζωής. 

Ηταν επίσης και μια αφύπνιση: ο μοναχικός θάνατος ενός ανθρώπου από καρκίνο στη νουβέλα του Τολστόι (τραγική ειρωνεία: ως καρκινοπαθής θα τελείωνε και ο Γκρόσμαν τις μέρες του…), οι νεκροί του πολέμου και το μοναχικό πτώμα μιας απελπισμένης κοπέλας, όλα συνέτειναν στη συνειδητοποίηση ότι μονάχα η λογοτεχνία θα μπορούσε να αποτυπώσει πόσο σπάνιος και ακριβός, πόσο γυμνός και πόσο διάτρητος είναι ο ανθρώπινος βίος. Αυτός ο λάτρης των επιστημών, της φυσικής, των μαθηματικών και της χημείας στα νιάτα του είχε ήδη στραφεί στα γράμματα και, σιγά σιγά, θα αφιέρωνε όλη του τη ζωή στο γράψιμο. Αλλη ειρωνεία τώρα αυτή: την εκτίναξή του ως συγγραφέα, και ως δημοσιογράφου, θα την όφειλε σε πολύ περισσότερα πτώματα ακόμη, των στρατιωτών και των αμάχων του «Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου» εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας, τότε που ο Γκρόσμαν κατέγραφε ως ακαταπόνητος πολεμικός ανταποκριτής τις μάχες της Μόσχας, του Κουρσκ, του Βερολίνου, κυρίως του Στάλινγκραντ. 

Ομως, δεν ήταν μόνο τα εκατομμύρια των Σοβιετικών στρατιωτών και πολιτών που χάθηκαν τότε. Ηταν και οι Εβραίοι που χάθηκαν στη γραφειοκρατία εξόντωσης της Τρεμπλίνκα και του Μαϊντάνεκ – δύο από τα στρατόπεδα που επισκέφθηκε ο Γκρόσμαν ως πολεμικός ανταποκριτής. Πάνω απ’ όλα, ήταν η ίδια του η μητέρα, θύμα του εβραϊκού Ολοκαυτώματος, στη μνήμη της οποίας αφιέρωσε αργότερα το αριστούργημά του, το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Ζωή και πεπρωμένο». 

Σύμφωνα με την Αλεξάνδρα Ποπόφ, συγγραφέα της πρόσφατης βιογραφίας «Ο Βασίλι Γκρόσμαν και ο σοβιετικός αιώνας» (Vasily Grossman and the Soviet Century, εκδ. Yale University Press, 2019, σελ. 397), ο Γκρόσμαν έγραψε δύο επιστολές απευθυνόμενος στη νεκρή μητέρα του. Βρέθηκαν και οι δύο μετά τον θάνατό του, μέσα σε ένα κουτί γεμάτο φωτογραφίες που απεικόνιζαν νεκρές γυναίκες, γυμνωμένες, πεταμένες μέσα σ’ έναν μακρόστενο λάκκο. «Αυτή η φωτογραφία», γράφει η Ποπόφ, «τραβηγμένη από έναν ναζί αξιωματικό, ήταν ο τελευταίος του σύνδεσμος με τη μητέρα του». Τέτοιο οικτρό τέλος είχε η μητέρα του στη μεγάλη σφαγή του εβραϊκού πληθυσμού της γενέθλιας πόλης Μπερντίσεβ, της Ουκρανίας, στις 15 Σεπτεμβρίου του 1941. Και, σε μεγάλο βαθμό, ο Γκρόσμαν αισθανόταν ένοχος που δεν κατάφερε να κινήσει διαδικασίες για να βγάλει έγκαιρα τη μητέρα του από το καταδικασμένο, μετά τη γερμανική εισβολή, Μπερντίσεβ. 

Αυτός που με άμεσο κίνδυνο της ζωής του είχε παλαιότερα βάλει λυτούς και δεμένους για να απελευθερωθεί η γυναίκα του από τη σταλινική αστυνομία, όπως και οι δύο γιοι της (από άλλο γάμο), και μολονότι βρισκόταν και ο ίδιος στο στόχαστρο της διαβόητης μυστικής αστυνομίας του Στάλιν (από τύχη, και εν μέρει χάρη στην εύνοια του Μαξίμ Γκόρκι, δεν είχε το φρικτό τέλος ενός Μπάμπελ, ενός Μάντελσταμ και τόσων άλλων συγγραφέων στις μεγάλες διώξεις των τελών της δεκαετίας του ’30), αυτός που με δικό του αίτημα ανακρίθηκε και κατάφερε να σώσει τη γυναίκα του, υπέκυψε στην αντίσταση της τελευταίας να μη φέρουν τη μάνα του στο σπίτι τους. Η γριά γυναίκα (που ήταν και άτομο με ειδική αναπηρία) απέμεινε μόνη της σε μια κατεξοχήν εβραϊκή πόλη, την οποία οι Γερμανοί ξεκλήρισαν αμέσως μετά την εισβολή. Το γεγονός αυτό στοίχειωσε τον Γκρόσμαν σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. 

Η λιθουανικής καταγωγής Κατερίνα Σαβελίεβνα, παιδί αφομοιωμένων Εβραίων από την Οδησσό, είχε σπουδάσει στη Γαλλία και ήταν ήδη παντρεμένη με Ιταλοεβραίο όταν ερωτεύτηκε τον Σέμιον Οσίποβιτς Γκρόσμαν (το εβραϊκό του όνομα ήταν Σολομών Ιωσήφοβιτς), χημικό μηχανικό. Η Κατερίνα, που έπασχε και από δυσπλασία στον γοφό, πήρε την τολμηρή για την εποχή απόφαση να εγκαταλείψει τον άνδρα της στα κρυφά. 

Ο Βασίλι γεννήθηκε το (επαναστατικό έτος) 1905, αλλά ο γάμος των γονιών του δεν κράτησε. Ο Σέμιον ήταν τώρα αυτός που έφυγε όταν ο Βασίλι ήταν ακόμη βρέφος. Ωστόσο οι γονείς διατήρησαν καλή σχέση και ο μικρός Βασίλι δεν έχασε την επαφή με τον πατέρα του, ο οποίος είχε ενεργό συμμετοχή στη Ρωσική Επανάσταση, στο πλευρό των Μενσεβίκων, γεγονός που, επί Στάλιν, θα τον οδηγήσει αρκετές φορές σε διάφορες κρυψώνες.

Τα χρόνια στη Γενεύη

Ο Γκρόσμαν θα μεγαλώσει με τη μητέρα του. Τα πρώτα του χρόνια θα ζήσουν στη Γενεύη, όπου η Κατερίνα διδάσκει γαλλικά, μαθαίνοντας τη γλώσσα και στον μικρό Βασίλι. Σύμφωνα με την Ποπόφ, «τα δύο χρόνια που πέρασε στη Γενεύη, ο Βασίλι θα μυηθεί στις δυτικές αξίες για ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες, τις οποίες αργότερα θα θεωρούσε ζωτικής σημασίας». Μάνα και γιος θα επιστρέψουν το 1912 στο Μπερντίσεβ, γεγονός που ο Γκρόσμαν θα μεταφέρει αργότερα στο «Ζωή και πεπρωμένο». Για ένα διάστημα θα ζήσουν και στο Κίεβο και μία από τις πρώτες αναμνήσεις του μικρού Γκρόσμαν θα είναι ο έκδηλος αντισημιτισμός των Ουκρανών. 

Ο Γκρόσμαν θα θυμάται πολύ καλά και την επανάσταση τον Φεβρουάριο του 1917, όταν ο τσάρος Νικόλαος υποχρεώθηκε να αποσυρθεί και να δημιουργηθεί προσωρινή κυβέρνηση με στόχο την εγκαθίδρυση πολυκομματικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Κατά την Ποπόφ, οι οκτώ, περίπου, μήνες που μεσολάβησαν έως το πραξικόπημα των μπολσεβίκων και την εγκαθίδρυση δικτατορίας, ήταν για τη Ρωσία μια περίοδος κοινωνικής και πολιτικής ευφορίας. 

Η προσωρινή κυβέρνηση, ωστόσο, στάθηκε ανίκανη να λύσει κρίσιμα, άμεσα προβλήματα και η ορμή των μπολσεβίκων, μαζί με τις λαϊκιστικού τύπου δεσμεύσεις για επίλυση όλων των προβλημάτων, οδήγησε σε πλήρη ανατροπή. Οπως όμως ήταν αναμενόμενο, δεν μπόρεσαν να λύσουν με κάποιο μαγικό τρόπο τα μεγάλα προβλήματα που ταλάνιζαν τη Ρωσία. Ξέσπασαν απεργίες και το 1918, «ενεργώντας στο όνομα της “δικτατορίας του προλεταριάτου”», γράφει η Ποπόφ, «οι μπολσεβίκοι εξαπέλυσαν τον Κόκκινο Τρόμο», με συλλήψεις και εκτελέσεις απεργών. Ο Κόκκινος Τρόμος έφερε τον εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος υπολογίζεται πως είχε κάπου 13 εκατομμύρια θύματα. Η επιβολή της κομμουνιστικής δικτατορίας θα αποδεικνυόταν μοιραία αργότερα και για τον ίδιο τον Γκρόσμαν ως συγγραφέα. 

«Για μένα είσαι ζωντανή όπως και όταν σε είδα την τελευταία φορά»

Από νωρίς, ο Γκρόσμαν είχε προβλήματα με τους λογοκριτές του σταλινικού καθεστώτος. Τα πεζά του δεν συμβάδιζαν με το ορθόδοξο κομμουνιστικό δόγμα. Το πρώτο του μυθιστόρημα, το οποίο υποχρεώθηκε να «πειράξει» έπειτα από πιέσεις, ακόμα και από τον Γκόρκι (την «ιερή αγελάδα» του Στάλιν), αρνήθηκε στα κατοπινά χρόνια να ανατυπώσει. Από καθαρή συγκυρία γλίτωσε τη σύλληψη και την εκτέλεση, αν και κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει ποια θα ήταν η μοίρα του εάν η Γερμανία δεν εισέβαλλε το 1941 στην έως τότε «φίλη» Σοβιετική Ενωση.

Από το σημείο αυτό κι έπειτα, ξεκινά μια μεγάλη σειρά κειμένων από τον Γκρόσμαν ως πολεμικό ανταποκριτή και ως συγγραφέα. Οι καθοριστικές εμπειρίες εδώ θα είναι, κατ’ αρχήν, το Στάλινγκραντ (κατά τον Ιλια Ερενμπουργκ, κανένας δεν ξεπέρασε τον Γκρόσμαν σε ό,τι αφορά τις αφηγήσεις των φονικών μαχών στην πόλη-σύμβολο της Σοβιετικής Ενωσης), και, βέβαια, οι αποστολές του στα απελευθερωμένα στρατόπεδα εξόντωσης. Ειδικά η τελευταία εμπειρία θα «γράψει» μέσα του με ανεξίτηλο τρόπο στη σκιά της μοίρας της μητέρας του. Είναι χαρακτηριστικό πως έως το 1944 ο Γκρόσμαν αγνοούσε τι είχε απογίνει η μητέρα του, αν και είχε βάσιμες υποψίες για το φρικτό τέλος της. 

Το τραγικό είναι ότι το σοβιετικό καθεστώς, ακόμη και μετά την αποσταλινοποίηση, θα θέσει τον ακάματο αυτό γραφιά στο περιθώριο, λογοκρίνοντας ακόμη και ολόκληρα βιβλία του, με αποκορύφωμα το «Ζωή και πεπρωμένο», μυθιστόρημα που, γράφοντάς το, ήξερε πως δεν υπήρχε περίπτωση να εκδοθεί στη σοβιετική Ρωσία. Γιατί; Διότι μαζί με τις ναζιστικές θηριωδίες, στηλίτευε τη σταλινική καταπίεση, θεωρώντας πως όπως η Γερμανία αντιμετώπισε το ναζιστικό παρελθόν της, έτσι και η Σοβιετική Ενωση θα έπρεπε να μιλήσει για το αίσχος του σταλινισμού. 

Ομως, ακόμα και μετά τον Στάλιν, ο Γκρόσμαν παρέμεινε «μαύρο πρόβατο». Οχι τυχαία, οι λογοκριτές του ανακοίνωσαν πως το «Ζωή και πεπρωμένο» ήταν «πιο επικίνδυνο ακόμα και από το “Δρ. Ζιβάγκο” του Παστερνάκ»… 

Ο Γκρόσμαν πέθανε το 1964 από καρκίνο πιστεύοντας πως το μυθιστόρημά του δεν θα δει ποτέ το φως της δημοσιότητας. Και όντως, για πολλά χρόνια εθεωρείτο χαμένο, ώσπου αναδύθηκε, χάρη σε πιστούς φίλους του, στη Δύση το 1980. 

Μαχητικός μα πονεμένος άνθρωπος ο Γκρόσμαν, το μεγάλο του αγκάθι παρέμενε η μνήμη της μητέρας του. Σε ένα από τα γράμματα που της έγραψε μετά τον θάνατό της διαβάζουμε: «Εφτασα στο Μπερντίσεβ, μπήκα στο σπίτι όπου ζούσες… κατάλαβα πως δεν είσαι πια ανάμεσα στους ζωντανούς… Δεν ήξερα όμως πόσο φρικτό τέλος είχες. Το έμαθα αφού ρώτησα για τη σφαγή της 15ης Σεπτεμβρίου του 1941. Εχω προσπαθήσει δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες, φορές να φανταστώ πώς πέθανες, πώς περπάτησες ώς τον θάνατό σου. Εχω προσπαθήσει να φανταστώ τον άνθρωπο που σε σκότωσε. Ηταν το τελευταίο πρόσωπο που σε είδε… Για μένα είσαι ζωντανή όπως και όταν σε είδα την τελευταία φορά, τόσο ζωντανή όπως και όταν ήμουν μικρός και μου διάβαζες δυνατά. Και ο πόνος μου είναι ακόμα ο ίδιος όπως όταν ένας από τους γείτονές μας στην οδό Ουτσιλίτσναγια μου είπε ότι είχες χαθεί και ότι δεν είχα καμία ελπίδα πια να σε βρω ξανά ανάμεσα στους ζωντανούς».