ΒΙΒΛΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο με τον συγγραφέα Δημήτρη Καρακίτσο

Ενα εικοσιτετράωρο με τον συγγραφέα Δημήτρη Καρακίτσο

Ωρα πρωινή
Ο λυρικός, απόκοσμος και παρατηρητικός Παπαδιαμάντης δίνει με ακρίβεια την εικόνα που θα προσπαθήσω να περιγράψω εδώ. Στα «Ρόδινα ακρογιάλια», στις πρώτες γραμμές, μας λέει ότι ξύπνησε τρεις ώρες πριν φέξει, βγήκε στον δρόμο και έφτασε «εις τον αιγιαλόν». Ο αυγερινός δεν είχε ανατείλει. Φλοίσβος και ήχος έπληττε την ακτήν. Ο Παπαδιαμάντης μπήκε στο καφενείο του γερο-Γατζίνου. Δεν είπαν τίποτα, άλλωστε δεν ήταν ώρα για κουβέντες. Ο καφετζής έψησε αμέσως καφέ για τον πελάτη του, κι ο Παπαδιαμάντης θυμήθηκε την ιστορία του Ακούκατου, ο οποίος είχε καφενέ στον άλλο γιαλό, έρημος και μοναχός στα ξένα. Εκεί κοιμόταν ο Ακούκατος, στο μαγαζί μέσα, έρημος και μοναχός, έστρωνε σε μιαν άκρη και προσπαθούσε να βολευτεί στο στενό σανίδι που είχε για κρεβάτι. Τόσο στενό που για να αλλάξει πλευρό, λέει ο Παπαδιαμάντης, «ανεκάθιζε κι επλάγιαζε την κεφαλήν προς τα εκεί όπου είχε πριν τους πόδας».
 
Ωρα εκκίνησης
Εν πάση περιπτώσει, πέρα από τους καφενέδες και τα τούρκικα μαχμουρλίκια, το πιο σημαντικό που λέει ο Παπαδιαμάντης εδώ (για να είμαι ακριβής, όχι μόνο εδώ, αλλά σε κάθε του γραμμή) είναι ότι ο συγγραφέας –κάθε συγγραφέας– βγαίνει για κυνήγι νωρίς. Βγαίνει για κυνήγι. Δηλαδή ο κόσμος μας είναι ένας κυνηγότοπος πλημμυρισμένος από θηράματα. Τα βρίσκεις παντού αυτά τα πλάσματα του ανέμου (το κύμα, τη μυρωδιά του καφέ, το μαχμουρλίκι, το πρόχειρο κρεβάτι του Ακούκατου). Πετούν από κλαδί σε κλαδί, βουίζουν γύρω μας, ή κρύβονται στις φωλιές τους, στους θάμνους και στα βράχια, κάτω από βάρκες στην αμμουδιά. Το θέμα λοιπόν είναι η στάση μας. Θα περάσουμε δίπλα τους σαν απλοί πεζοπόροι; Σαν ορειβάτες; Ή θα προσπαθήσουμε να τα πιάσουμε στις σελίδες μας; Θεωρητική η συζήτηση. Στην πράξη, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα.
 
Ωρα δράσης ή αντίδρασης;
Θεωρητικά λοιπόν, μπορεί να είσαι σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό, κάπου στην επαρχία, μέσα στα χωράφια του θεσσαλικού κάμπου, και να περιμένεις το τρένο. Μπορεί να βρίσκεσαι στα ερείπια του ναού του Θαυλίου Διός, λίγο έξω από το Βελεστίνο, να είναι Μάρτιος, και τα πρώτα ανοιξιάτικα λουλούδια να έχουν σκάσει ανάμεσα στις πέτρες, ή να ξυπνάς έχοντας δει όνειρο ότι ήσουν μουσικός, είχες τάχα ευφώνιο και έπαιζες τη γνωστή «Αρια» του Eugene Bozza ή το «Κονσέρτο για Φαγκότο» του Andre Jolivet – το θεϊκό δεύτερο μέρος. Οτιδήποτε. Μπορείς να γράψεις για ό,τι θες, έχεις δικαίωμα να γράψεις για ό,τι νομίζεις, κι αυτό είναι το εύκολο μέρος του ζητήματος. Με απασχολεί συνεχώς, θα έλεγα ότι περνώ το ένα τρίτο της μέρας με αυτές τις σκέψεις. Το δύσκολο κομμάτι (αλλά και το πιο διασκεδαστικό) είναι όταν κάθεσαι να γράψεις. Δεν γράφω πάνω από μια ώρα τη μέρα – και δεν γράφω αν δεν ξέρω τι περίπου πρόκειται να γράψω. Αυτό συνέβη και με το μυθιστόρημά μου «Ο Δον Υπαστυνόμος». Αρχισα να το γράφω αρχές φθινοπώρου του 2015. Είχε προηγηθεί το καλοκαίρι του δημοψηφίσματος και των capital controls. Παντού στον δημόσιο λόγο η λέξη λιτότητα. Και παντού η ίδια συζήτηση. Ο τάδε που έχασε τη δουλειά του, το μαγαζί εκείνο που θα κατεβάσει ρολά, η κήρυξη μιας ακόμα απεργίας. Αν πρέπει να μεταχειριστώ την εικόνα του κυνηγού, θα πω το πιο απλό: ποιος εκείνη την εποχή δεν είχε το τσουβάλι του γεμάτο από τέτοια θηράματα; Προσπάθησα να αντιδράσω, επειδή όμως δεν ξέρω πώς είναι σωστό να αντιδράς, έκανα το εξής: απέναντι στη λιτότητα χρησιμοποίησα ένα μπαρόκ λεξιλόγιο. Αντί ενός νέου που χάνει τη δουλειά του, έβαλα έναν άνεργο που πιάνει τη δουλειά των ονείρων του. Μπορεί όμως ένας παραμορφωμένος καθρέπτης να δείξει την πραγματικότητα; Αυτό είναι μεγάλο θέμα.
 
Ωρα νυχτερινή, περισυλλογής
Κοιτώ τις στοίβες με τα βιβλία, κάποια ράφια έχουν ξεχειλίσει, σε κάποια υπάρχουν δύο σειρές βιβλία, βλέπω βιβλία που έχω χρόνια να τα ξεφυλλίσω. Κάποια παραμένουν αδιάβαστα, και κάποια άλλα είναι γεμάτα σημειώσεις με μολύβι. Βιβλία, γραπτά, απόπειρες για γράψιμο, κείμενα που εκδόθηκαν, που πήραν τη μορφή του βιβλίου. Κάπως έτσι το βλέπω. Εννοώ τη σχέση ζωής και λογοτεχνίας: Μια σειρά από νομίσματα. Στη μία όψη τα πράγματα και στην άλλη, ολογράφως, η αξία τους. Η αξία που θέλουμε να τους δώσουμε.
 
Ο Δημήτρης Καρακίτσος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Ζει με την οικογένειά του στο Βελεστίνο. Το τελευταίο του σουρεαλιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα «Ο Δον Υπαστυνόμος» κυκλοφορεί από  τις εκδόσεις Αντίποδες. Βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ποταμός, Ροδακιό, Θράκα, Αντίποδες.