ΒΙΒΛΙΟ

Τρομακτικό παρελθόν ή αφόρητα κοντινό μέλλον;

Τρομακτικό παρελθόν ή αφόρητα κοντινό μέλλον;

Στην «Αστυνομία της μνήμης», σ’ ένα νησί που δεν κατονομάζεται και δεν έχει καμία επικοινωνία με τη στεριά, οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι σχεδόν καθημερινά με ανεξήγητες απώλειες: εξαφανίζονται τα καπέλα, τα φεριμπότ, οι κορδέλες για τα μαλλιά, τα αρώματα, τα πουλιά, τα τριαντάφυλλα. Μαζί τους εξαφανίζεται η ανάμνησή τους και η λέξη που τα προσδιόριζε, και η ζωή στο νησί γεμίζει κενά. 

Η ανώνυμη ηρωίδα, μια νεαρή κοπέλα που έχει χάσει τους γονείς της και ζει μόνη, είναι συγγραφέας και συνεργάζεται με τον επιμελητή Ρ., έναν από τους ελάχιστους ανθρώπους που διατηρούν τη μνήμη τους. Επειδή η παντοδύναμη Αστυνομία της Μνήμης συλλαμβάνει κι εξαφανίζει τους ανθρώπους που δεν μπορούν να ξεχάσουν, η ηρωίδα κρύβει τον Ρ. σ’ ένα μυστικό δωμάτιο στο σπίτι της, για να τον σώσει. Μοναδικός φίλος και συμπαραστάτης της σ’ αυτή την επικίνδυνη αποστολή είναι ένας ηλικιωμένος οικογενειακός φίλος που υπήρξε καπετάνιος στα φέριμποτ, πριν εξαφανιστούν κι αυτά. 
Και τότε φτάνει η στιγμή που πρέπει να εξαφανιστούν τα βιβλία, να καούν σε τεράστιες φωτιές, που θυμίζουν τη νύχτα της 10ης Μαΐου 1933, όταν ο Γκέμπελς έδωσε εντολή να καούν τα «μη γερμανικά» βιβλία στην Οπερνπλατς του Βερολίνου, ενώ σύντομα ο χειμώνας θα πάψει να δίνει τη θέση του στην άνοιξη. Σ’ αυτό το παγωμένο δυστοπικό νησί, η απώλεια είναι η καθημερινότητα με την οποία όλοι είναι υποχρεωμένοι να συμβιβαστούν για να επιβιώσουν.  

Το βιβλίο γράφτηκε το 1994 και μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά το 2019, από τον Στίβεν Σνάιντερ, καθηγητή Ιαπωνικών Σπουδών στο κολέγιο Μίντλμπερι του Βερμόντ, ο οποίος έχει μεταφράσει άλλα τέσσερα βιβλία της Ογκάουα. Η απήχησή του στο αναγνωστικό κοινό ήταν τεράστια και τόσο άμεση, ώστε υπήρξε υποψήφιο στη βραχεία λίστα του National Book Award και του Διεθνούς Booker Μεταφρασμένης Λογοτεχνίας. Η ίδια η Ογκάουα εξεπλάγη όταν έμαθε πόσο επίκαιρο φάνηκε στους σύγχρονους αναγνώστες. Οπως έχει πει σε συνεντεύξεις της, όταν το έγραφε πίστευε ότι περιέγραφε ένα τρομακτικό παρελθόν, κι όμως η πλοκή του μοιάζει να αναφέρεται σ’ ένα αφόρητα κοντινό μέλλον. 

Γραμμένο ως φόρος τιμής στο αγαπημένο παιδικό ανάγνωσμα της Ογκάουα, το «Ημερολόγιο της Αννα Φρανκ», θίγει πολλά θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο κόσμο, όπως ο φόβος που επιβάλλουν τα αυταρχικά καθεστώτα, οι κίνδυνοι που απειλούν τον πλανήτη λόγω της κλιματικής αλλαγής, ο έλεγχος της μνήμης και της σκέψης μέσω των fake news. Στα περισσότερα βιβλία της η Ογκάουα τοποθετεί τους ήρωές της σε αλλόκοτους μικρούς χώρους και τους στερεί τα πιο πολύτιμα γι’ αυτούς πράγματα για δυσνόητους λόγους. Αυτή η επιρροή από το «Ημερολόγιο της Αννα Φρανκ» είναι πιο έντονη στην «Αστυνομία της μνήμης», ειδικά στις περιγραφές των μικρών παιδιών που συλλαμβάνονται μαζί με τους γονείς τους. 

Το βιβλίο αγαπήθηκε από τους αναγνώστες για έναν επιπλέον λόγο: η κυκλοφορία του συνέπεσε σχεδόν με την έναρξη της πανδημίας, με τις απαγορεύσεις που συνεπάγεται αυτή και με την απώλεια ανθρώπων και συνηθειών που βιώνουμε όλοι. Γιατί εκτός από την πολιτική διάσταση που προβάλλει καθαρά σε πρώτο επίπεδο, το βιβλίο θίγει τις απώλειες που συνεπάγονται οι ασθένειες και τα γηρατειά – η αδυναμία να ελέγξεις πια το πόδι, το χέρι σου και τη φωνή σου, ο πόνος που προκαλεί ο θάνατος φίλων και αγαπημένων προσώπων, το θάμπωμα της μνήμης.

Ως μεταφράστρια πιστεύω ότι οι μεταφράσεις πρέπει να γίνονται από τη γλώσσα του πρωτοτύπου, επειδή η μετάφραση αφαιρεί από τη γλώσσα τις γωνίες της, στρογγυλεύει τα νοήματα και ενίοτε σκοτώνει τα γλωσσικά παιχνίδια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μετάφραση του Στίβεν Σνάιντερ απέδωσε τέλεια το ιαπωνικό πρωτότυπο, κατά δήλωση της Ογκάουα, και βρήκε λύσεις σε πολλά ζητήματα, όπως η απόδοση του τίτλου που στα ιαπωνικά είναι «Μυστική αποκρυστάλλωση». 

Η δική μου δουλειά άρχισε με το διάβασμα όλων των βιβλίων της Ογκάουα που κυκλοφορούν στα ελληνικά –σε μετάφραση του Παναγιώτη Ευαγγελίδη– από τις εκδόσεις Αγρα. Κατόπιν προσπάθησα να διεισδύσω στα κενά της γραφής της, σε όλα όσα υπονοούνται με την επιλογή συγκεκριμένων λέξεων για να αποδώσουν την ατμόσφαιρα της απομόνωσης του νησιού, τη μοναξιά της ηρωίδας, την απαντοχή με την οποία αντιμετωπίζει τις απώλειες, τις αλλαγές που αναγκάζεται να υιοθετήσει για να επιζήσει. Το τέλος του βιβλίου είναι μια ηλιαχτίδα αισιοδοξίας για τους επιζώντες, για όσους φύλαξαν τις αναμνήσεις τους σαν ό,τι πιο πολύτιμο διέθεταν.
 
* Η κ. Χίλντα Παπαδημητρίου είναι πεζογράφος και μεταφράστρια.