ΒΙΒΛΙΟ

Το «εικόνισμα κάθε στιγμής»

Το «εικόνισμα κάθε στιγμής»

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ
Θάνατος ο δεύτερος 
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 64
 
Το «εικόνισμα κάθε στιγμής»-1Αν σε κάποιον ταιριάζει η έκφραση «σταθερή αξία», αυτός είναι ο Αντώνης Φωστιέρης (γεν. 1953). Αν αφήσουμε απέξω τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του (Ποίηση 1970-2005), που κυκλοφόρησε το 2008, και συμπεριλάβουμε τη «Ζωγραφική συνομιλία με την ποίηση», που έβγαλε σε συνεργασία με τον Γιάννη Ψυχοπαίδη (2019), το υπό συζήτηση βιβλίο είναι το δωδέκατό του. Τι μπορεί να σημαίνει «σταθερή αξία» ως συνδήλωση του ωραίου αμοργιανού ονόματος «Φωστιέρης»; Εύκολα διαπιστώνει και η μη απαιτητική αναγνώστρια ότι, όπως ήδη από το πρώτο ποίημα της πρώτης του συλλογής γίνεται φανερό, πρόκειται και εδώ για ποιήματα καλοφτιαγμένα ώς την παραμικρή λεπτομέρεια, φροντισμένα, καλοχτενισμένα, με φιλοσοφική διάθεση. Δεν έχουν υποκύψει σε ευκολίες και εντυπωσιασμούς, ενώ διαρκώς πειραματίζονται ευχάριστα με στοιχεία της παραδοσιακής φόρμας. Υπαρξιακά ο Φωστιέρης εκπέμπει και πάλι –τώρα πιο κατασταλαγμένα– το πεισματικά ασυμφιλίωτο με τον θάνατο, τη διαρκή υπερένταση με την οποία η στάση αυτή διαποτίζει την ύπαρξη. Τα 35 ποιήματα του βιβλίου τραγουδούν σε διαφορετικούς τόνους αυτή την αγωνία, φέρνοντας τους αναγνώστες πρόσωπο με πρόσωπο με τον τροβαδούρο. Το ποιητικό «εγώ» δεσπόζει μεγαλόφωνα. Είναι αμακιγιάριστο, εναγώνιο, υπερχειλίζον, εγκεφαλικά σοφό, ιδιοσυγκρασιακά παγωμένο στην εφηβική απελπισία του. Το υλικό αυτό δίνει κάποτε απολαυστικά ποιήματα ενός ευφυούς χιούμορ, όπως εκείνο το ήδη από τον τίτλο του αυτοσαρκαστικό «Προεπέτειος»: «Κάθε χρόνο/ προσπερνάω ανύποπτος/ την ημερομηνία την ώρα/ εκείνο τ’ αφανέρωτο λεπτό/ του μέλλοντος θανάτου μου – Χωρίς ποτέ το καμπανάκι/ μιας διαίσθησης/ τον φευγαλέο έστω υπαινιγμό/ μιας τέτοιας/ κορυφαίας/ προεπετείου».

Το ποίημα «Βελούδινος γκρεμός» πραγματεύεται και διαπραγματεύεται υποδειγματικά ως προς τη συνύφανση και την επίμονη αντίστιξη τα ζητήματα της μηδαμινότητας της ατομικής ύπαρξης μέσα στο απέραντο, παντοδύναμο σύμπαν αφενός, και του πειρασμού της παραδοσιακής φόρμας για τον σημερινό ποιητή, αφετέρου. Επιδεικνύεται εύγλωττα η αναμέτρηση με τον ένδοξο δεκαπεντασύλλαβο ο τελευταίος, ως μεταφορά της αιωνιότητας, εξυψώνει αλλά και γκρεμίζει τον ποιητή. Κρύβει άραγε αυτό το ωραίο ποίημα ένα «άσε καλύτερα»; Ισως απλώς αναπαριστά στην ποιητική σκηνή το δράμα της σύγχρονης ποίησης, που νιώθει τη φωνή της να πνίγεται. 

Με ωραία ρυθμική κατασκευή και εικονοποιία, θεμελιώδη στοιχεία για την ποίηση του Φωστιέρη ως προς την ειρωνική συνθήκη που περιγράφει στους πρώτους στίχους («Καθόμουν πάλι μες στην πλήξη μου και χάζευα/ όπως το κάνουν όλοι εκείνοι που κουράστηκαν/ απ’ τα πολλά που δεν προλάβανε να ζήσουνε…»), το ποίημα «Ο παμφάγος ιστός» πραγματεύεται το θέμα του Διαδικτύου. Θα ήταν, νομίζω, πολύ πιο δραστικό αν τέλειωνε στον έκτο πριν από το τέλος στίχο, εκεί που κινηματογραφικά, τρομακτικά έρχεται στο προσκήνιο «ο παμφάγος ιστός». Το ποιητικό «εγώ» θα δικαιούνταν να εμπιστευθεί στους αναγνώστες και στις αναγνώστριες τη δυνητική συνέχεια. 

Στην καρδιά της συλλογής βρίσκεται το ομότιτλο ποίημα («Θάνατος ο δεύτερος»). Η μουσικότητα και ο βηματισμός του ξετυλίγονται υπηρετώντας πιστά, σφιχτά, αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «νόημα», δικαιώνοντας το ποιητικό εγχείρημα. Η ιδέα που ο ποιητής υποβάλλει, μολονότι θα έπρεπε να θεωρηθεί κοινότοπη, πηγαίνει σε βάθος μεγαλύτερο από το συνηθισμένο: ο επιζών, ο συνειδητός δηλαδή μέτοχος του βίου, αυτός που μια φορά έχει ήδη πεθάνει (έχει συμβολικά σκοτώσει τον παλιό του εαυτό ωριμάζοντας;) αξιώνεται τη σε βάθος απόλαυση των επίγειων και την αδιαφορία απέναντι στον αμετάκλητο, τον βιολογικό θάνατο, που καλείται πλέον «δεύτερος»: «Με μια πλημμύρα ευγνωμοσύνης σκύβοντας/ πάνω απ’ τον άγνωστο εαυτό του/ ανέστιος/ να προσκυνάει λατρευτικά/ το εικόνισμα κάθε στιγμής».