ΒΙΒΛΙΟ

Ξεκληρισμένο λεξικό

Ξεκληρισμένο λεξικό

ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΖΑΚΗ
Ο κλήρος του αίματος
εκδ. Πατάκη, σελ. 512
 
Ξεκληρισμένο λεξικό-1Σε μια ορεινή κωμόπολη, έξι πρόσωπα σφυροκοπούνται στην πυρά του Εμφυλίου. Η αντάρτισσα Αντιγόνη θρηνεί σε ένα κελί την πρότερη ζωή της, αναχαράζοντας τις κακουχίες του βουνού. Η πόρνη Κατίνα φοβάται πως οι ελασίτες θα διώξουν από τον οίκο της την κερδοφόρα πελατεία ενωμοταρχών, δημάρχων, κομματαρχών και χωροφυλάκων. Eνας ουμανιστής δικηγόρος στοχάζεται τον σπαραγμό, αναζητώντας καταφύγιο στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Ο τρελός του χωριού διακηρύσσει στο καφενείο της επιτόπιας βουλής τα ανομήματα των ανθρώπων, αδιαφορώντας για τους βίαιους προπηλακισμούς. Δύο ακραιφνείς εθνικόφρονες ανησυχούν πως η «κόκκινη πανούκλα» μιαίνει το αίμα των εκλεκτότερων δειγμάτων της πατρίδας. Στο δεύτερο μυθιστόρημά της η Σωτηρία Μαραγκοζάκη επιχειρεί μια μεγαλόπνοη σύνθεση, συναρθρώνοντας τη μυθοπλασία στο πλούσιο πραγματολογικό υλικό των κατοχικών και εμφυλιακών χρόνων. Στις σελίδες επανέρχονται οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι συντελεστές της ματωμένης εποποιίας. Εαμίτες και ελασίτες, καπετάνιοι, δωσίλογοι, ορκισμένοι «αντικουκουέδες», κομμουνιστοφάγοι, χαφιέδες, χίτες και μαυραγορίτες, Τάγματα Ασφαλείας, ξανθοί Γερμανοί και φακιδομύτηδες Εγγλέζοι, κατσάβραχα, ξερονήσια, φυλακές και εξορίες. Το πλήθος των υποσημειώσεων και τα ένθετα ντοκουμέντα υποδηλώνουν την έγνοια της συγγραφέως να τονίζει την αλήθεια των ανιστορούμενων, επιμένοντας σε γεγονότα, χρονολογίες και πρόσωπα. Οι ήρωες του βιβλίου εμφανίζονται έτσι σαν επουσιώδη περιστατικά ενός πολυφωνικού δράματος.

Ωστόσο, η Μαραγκοζάκη προσδίδει στη φωνή τους το επικολυρικό ηχόχρωμα των θρυλικών ηρώων της «Οδύσσειας» και της «Ιλιάδας». Γι’ αυτό χωρίζει τις περιπέτειές τους σε ραψωδίες, φροντίζοντας στις εναρκτήριες παραγράφους το κάθε γράμμα να αντιστοιχεί σε όσες περισσότερες λέξεις αρχίζουν από αυτό. Στη ραψωδία Α, για παράδειγμα, βλέπουμε την Αντιγόνη «ανάσκελα, με τα χέρια αλφαδιαστά στο κορμί, τις παλάμες μπρούμυτα στον αφαλό». Στη ραψωδία Γ η Κατίνα «αλειφόταν με ακριβές κολόνιες, όλες δώρα από γαλονάδες αγαπητικούς και μουστερήδες, τους οποίους γάνωνε κανονικά, αναλόγως το χούι και τη γαλαντομία του καθενός, γουργουρίζοντας σαν γαλή και τραγουδώντας σαν γαλιάντρα». Στη ραψωδία Μ ο τρελός μονολογεί: «Πόσους μάρτυρες έχουμε αν τους μαζέψουμε; Πόσοι απ’ αυτούς πήραν μαγιά το βάπτισμα του αίματος και γίνανε άγιοι; Τι μαρτύρια περάσανε μα δε μαρτύρησαν και δεν αλλαξοπίστησαν; Κάθε εποχή με τις μαγείες και τις μαγγανείες της». Παρά την αδιαπραγμάτευτη αλήθεια των ανιστορούμενων, τα πάθη των ηρώων παρουσιάζονται τεχνητά, σαν αποκυήματα λεκτικών συνδυασμών. Και αυτό νομίζω ότι είναι το βασικότερο πρόβλημα του βιβλίου, πέρα από το θέμα, το οποίο βέβαια δεν σηκώνει κριτική, καθώς κάθε συγγραφέας μπορεί ασφαλώς να γράφει για ό,τι θέλει. Oμως το «πώς» έχει πάντα σημασία. Η Μαραγκοζάκη κάνει κατάχρηση του λεξικού, φτιάχνοντας μια πληθωρική, υπερβολικά καλολογική, σχεδόν ανήκουστη, γλώσσα, εστιασμένη στον εαυτό της και συνεπώς αδύναμη να νοηματοδοτεί στάσεις και καταστάσεις. Μοιάζει σαν να θέλει να αποθησαυρίσει στο μυθιστόρημα ένα αξιοπρόσεκτο λεξικολογικό απόθεμα, χωρίς να συνειδητοποιεί πως πλήττει τη δραστικότητα των λέξεων.

Η λογοτεχνία είναι ζήτημα γλωσσικής επιλογής και όχι συσσώρευσης. Κάποιες στιγμές ο λυρισμός της γραφής επιτυγχάνει πανέμορφες εξεικονίσεις, όταν, λόγου χάριν, ο μάλλινος τορβάς της Αντιγόνης μετατρέπεται σε καμβά της φρίκης ή όταν η Κατίνα νιώθει το «γυναικόκαστρό» της να μεταμορφώνεται σε «έναν λιμναίο οικισμό», που «ολόγυρά του κόχλαζε το αίμα». Σε αυτές τις μελαγχολικές αναπαραστάσεις αποκαλύπτεται το λογοτεχνικό αισθητήριο της Μαραγκοζάκη. Και είναι κρίμα που σπανίζουν τέτοιες στιγμές, διότι έχει καταφανώς δουλέψει πολύ το βιβλίο της. Μπορεί, ωστόσο, αυτό το βιβλίο να γίνει παρακαταθήκη επιτυχέστερων συνθέσεων, καθώς στις σελίδες του διακρίνονται δύο θεμελιακά για τη συγγραφική διεργασία στοιχεία, η φιλεργατικότητα και η μέριμνα για τη γραφή.