ΒΙΒΛΙΟ

Σκληρός χρόνος, που γλυκαίνει

skliros-chronos-poy-glykainei

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ
Ο χρόνος είναι
εκδ. Μελάνι, σελ. 66
 
skliros-chronos-poy-glykainei0Το γνώριμο ύφος της Θεώνης Κοτίνη (γεν. 1967) προσλαμβάνει στην έκτη συλλογή ποιημάτων της μια διαύγεια αλλά και μια γλυκύτητα που καθηλώνουν. Πρόκειται για αποκρυστάλλωση εικόνων και νοημάτων, τέρποντας όμως πλέον και το αυτί με την απλότητα και την καθαρότητα των μέτρων. Ακούμε ιάμβους και ανάπαιστους σχεδόν χωρίς παρεμβολές, ενώ η αγωνία να ειπωθούν πολλά και σημαντικά έχει υποχωρήσει, ορθά, απέναντι στην ένταση του αισθήματος που η ποιήτρια μοιράζεται μαζί μας με ευγένεια. Κατέχει τα μέσα της σε τέτοιο βαθμό που αβίαστα τους εμπιστεύεται τον λυρισμό της. 

«Κι αν μικρή η ζωή/ χωράει τον θάνατο όλο/ Τόσο λίγα τα χρόνια/ και μέσα ο άπειρος χρόνος/ δικός μου και άλλων/ Ριζωμένη σε τόσο παρελθόν/ πώς να γεννηθώ;/ πώς να γίνω δική μου». Το ποίημα αυτό αποτελεί ένα κέντρο τής υπό συζήτηση συλλογής, όντας 19ο στη σειρά από 43 ποιήματα και ταυτόχρονα ένα από τα συντομότερα ανάμεσά τους. Μέχρι το σημείο εκείνο, τα ποιήματα ενός νοητού πρώτου μέρους πραγματεύονται τη φθορά και την απώλεια των γερόντων γονέων. Από εκεί και μετά, ο αποχαιρετισμός εξακολουθεί να ρίχνει τη σκιά του αλλά τα συγκεκριμένα πρόσωπα παύουν να δεσμεύουν την αφήγηση· οι στίχοι ξανοίγονται σε ευρύτερα πεδία αναμέτρησης με το πέρασμα του χρόνου. Ο τελευταίος αποτελεί, όπως το δείχνει και ο τίτλος του βιβλίου, το κύριο αντικείμενο της ποιητικής διερεύνησης. 

Στο ομότιτλο ποίημα, η Κοτίνη επιχειρεί να καταθέσει πιθανές εκδοχές που θα συνέχιζαν νοητά την αμφίσημη φράση του τίτλου («Ο χρόνος είναι»). Τι θα μπορούσε να είναι ο χρόνος; Παρουσιάζονται εννέα τέτοιες εκδοχές, άλλες επιδεικνύοντας στοχαστική κομψότητα («Παράξενη άλγεβρα: σε αφαιρεί προσθέτοντας ολοένα/ συνέχεια»), άλλες εκτιθέμενες στον ίλιγγο του απροσδιόριστου αλλά αμείλικτου («Η θάλασσα: ακατοίκητη λες μα ξεχνάς πόσο αθέατος/ ο βυθός σε γεννάει») και άλλες –οι ωραιότερες– συμφιλιωτικές («Η θέληση να ενώσεις ξανά μια ιστορία: τριγύρω σκοτάδι,/ ψηλά γαλαξίας, να ’στε όλοι εκεί, να βρίσκεις/ προσάναμμα να ανάψεις ζωή»). Αυτά και άλλα στην ποίηση της Κοτίνη γοητεύουν μα δεν ξαφνιάζουν. Εχει και παλαιότερα δώσει ανάλογα δείγματα γραφής.

Στο βιβλίο μάς κερδίζει προπάντων το συγκεκριμένο, η μικρή ιστορία, ο τόπος, τα πρόσωπα, το καλειδοσκόπιο των ανθρώπινων στιγμών. Το ποιητικό σχόλιο, με όλη του την ευφυΐα και τη δεξιοτεχνία, έρχεται, για εμένα, σε δεύτερη μοίρα. Προβάδισμα έχει η σκληρότητα, την οποία η ποιήτρια τιθασεύει και γλυκαίνει. Ο πατέρας: «Αυτό όμως που δεν ξέχασες/ ήταν να λες/ κάθε φορά που σ’ έφερνα στη θάλασσα/ τι μεγάλο νερό τι καλό!/ Δεν ξέχασες αν η τρίλια στο δέντρο/ είναι σπίνος ή κότσυφας/ τ’ όνομά μου δεν ξέχασες». Η μητέρα: «Η μάνα μου/ κάθεται άκρη άκρη στη ζωή της/ Ποτέ δεν κράτησε άλλωστε ένα πράγμα ολόκληρο/ Ποτέ της δε χάρηκε με ένα πράγμα μισό/ γι’ αυτό δε γελάστηκε με καμιά επανόρθωση/ Περιμένει με τα χέρια σφιγμένα/ ζυμώνοντας/ αγλύκαντο πρόσφορο στον απόντα θεό». Ο Κεραμεικός: «Ακου./ Αντίλαλος./ Αν ρίξεις πέρα μια φωνή/ γυρνάει σε σένα,/ ευρύχωρο ένα σφύριγμα διαβάτη/ που στέκει και κοιτά και ξεκινάει». 

Η Κοτίνη δεν μας αποκαλύπτει. Δεν ανακαλύπτει. Μας καλεί να μοιραστούμε μια καθημερινή διαδρομή: «Γι’ αυτό προχώρα/ σαν να μπορεί να σε επιστρέψει ο τόπος/ στην καρδιά σου/ σαν να μπορεί να σε εγγράψει ο χρόνος/ στη φορά του». Καθαρίζει τις οικείες εικόνες για λογαριασμό μας: «Μόλις περάσεις/ τις σήραγγες της περιμετρικής/ σε βρίσκει ένα γαλάζιο/ στον κόλπο των Πατρών ακαριαίο».