ΒΙΒΛΙΟ

Μια «ήπειρος σε μικρογραφία»

Τα πεπρωμένα της κυπριακής νησιωτικότητας στις μελέτες του ακαδημαϊκού Πασχάλη Κιτρομηλίδη μεταξύ 1975 και 2016

Μια «ήπειρος σε μικρογραφία»

PASCHALIS M. KITROMILIDES
Insular destinies. Perspectives on the history and politics of modern Cyprus
εκδ. Routledge, 2020, σελ. 224
 
Μια «ήπειρος σε μικρογραφία»-1Το ανά χείρας βιβλίο συγκεντρώνει μελέτες στην αγγλική που δημοσίευσε ο ακαδημαϊκός Πασχάλης Κιτρομηλίδης μεταξύ 1975 και 2016 με επίκεντρο την Κύπρο και πρόκειται να συμπληρωθεί από έναν δεύτερο τόμο με δοκίμια που εξέδωσε στα ελληνικά για το ίδιο θέμα. Εντάσσεται στη σειρά των εκδόσεων Routledge που επιμελείται ο διευθυντής της Βρετανικής Σχολής Αθηνών John Bennet και απαρτίζεται από δεκατέσσερα κείμενα τα οποία οι μελετητές του ιστορικού, διανοητικού και λογοτεχνικού γίγνεσθαι της Μεγαλονήσου αναγκάζονταν μέχρι πρότινος να αναζητήσουν σε σκόρπιες και ενίοτε δυσεύρετες πηγές. Η καταληκτική ενότητα φωτίζει τις πραγματείες με βιβλιογραφικά υπομνήματα τα οποία τις τοποθετούν στην ιδιαίτερη ιστοριογραφική στιγμή τους, φανερώνοντας τις προσωπικότητες της λογιοσύνης, τα ρεύματα ιδεών αλλά και τα δραματικά συμβάντα που ενστάλαξαν στον συντάκτη τους την έμπνευση να τις εκπονήσει.

Η συλλογή χωρίζεται σε δύο κύριες ενότητες, με την πρώτη να αφιερώνεται σε μια σειρά από διανοητικές και κοινωνικές εκφάνσεις της νεώτερης κυπριακής ιστορίας από το τέλος της βενετοκρατίας μέχρι την αγγλική κατάληψη του 1878, ενώ η δεύτερη επικεντρώνεται στην ιστορική εξέλιξη της σύγχρονης Κύπρου και του Κυπριακού Ζητήματος. Το βιβλίο ξεκινάει με τα πορίσματα της μακροχρόνιας ενασχόλησης του συγγραφέα με την κυπριακή λογιοσύνη μεταξύ 1571 και 1878, όπως αυτή επιστεγάστηκε από τις προσωπογραφικές και βιβλιογραφικές συναγωγές που εξέδωσε στην ομώνυμη κλασική μονογραφία· το πολυφυές φαινόμενο του «πατριωτισμού των εκπατρισμένων»· ο ξεσηκωμός που σημειώθηκε στη Λευκωσία τον Οκτώβριο του 1764, ο οποίος κατατάσσεται στις αλυσιτελείς επαναστάσεις που ενδημούσαν, σύμφωνα με τον Φερνάν Μπροντέλ, στο κοινωνικά εύφλεκτο τοπίο της Μεσογείου· μια τοιχογραφία στο ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου της Αρπερας που απεικονίζει τον δραγουμάνο Χριστοφάκη Κωνσταντίνου με την οικογένειά του (1747), από την οποία τεκμαίρεται η «ανωνυμία» των γυναικών στις ιεραρχικές δομές των ευρωπαϊκών κοινωνιών η συμβολή του εθνομάρτυρα και ουμανιστή αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού ως προδρομικού φορέα του «εκκλησιαστικού διαφωτισμού» στη Μεγαλόνησο· η πολυεπίπεδη πρόσληψη των γεγονότων του 1821 από τον υποπρόξενο της Αγγλίας στην Κύπρο, Αντόνιο Βοντιτζιάνο· και, τέλος, μια ανασκόπηση της κυπριακής ποίησης από την οθωμανική περίοδο μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974, στην οποία γίνεται ειδική μνεία στη συμβολή του Βασίλη Μιχαηλίδη και του Δημήτρη Λιπέρτη στην εμβάθυνση της κυπριακής αυτοσυνειδησίας.

Οι μετα-αποικιακοί οραματισμοί και η διακοινοτική συνύπαρξη

Το πρώτο κεφάλαιο αποτελεί μια περιεκτική επισκόπηση της κυπριακής ιστορίας από την προϊστορική εποχή μέχρι την εγκαθίδρυση της ανεξάρτητης πολιτείας το 1960. Συμβαδίζει με το ακροτελεύτιο –εν μέρει αυτοβιογραφικό– δοκίμιο του τόμου στο οποίο αποστάζονται τα πορίσματα της πολυετούς εντρύφησης του συγγραφέα στο φαινόμενο του εθνικισμού, πάντοτε μέσα από το κάτοπτρο της Ανατολικής Μεσογείου. Η έκθεση της Μεγαλονήσου στις δυνάμεις του εκσυγχρονισμού κατά το τελευταίο τέταρτο του δέκατου ένατου αιώνα προβάλλεται ως σημείο καμπής στην κυπριακή ιστορία στον βαθμό που συνυφάνθηκε με τον ανερχόμενο ελληνικό εθνικισμό: αφενός ενίσχυσε την απελευθερωτική ορμή των Κυπρίων και αφετέρου την αποσυνέδεσε από την τροχιά των σύγχρονων αντιαποικιακών κινημάτων έτσι όπως αναπτύχθηκαν στον εικοστό αιώνα. Ορμώμενα από το έργο των Elie Kedourie, Shlomo Avineri, Walker Connor, Clifford Geertz και άλλων διανοητών, τα δύο αυτά δοκίμια τοποθετούν τον ελληνοκυπριακό εθνικισμό στον ευρύτερο βαλκανικό περίγυρό του αλλά και στο πλαίσιο των ποικίλων μεθερμηνειών του Διαφωτισμού που προκάλεσε. Ταυτόχρονα, αποτυπώνουν την «απαράμιλλη συνεκτικότητα» της κριτικής προσέγγισης της συλλογής, όπως την επισημαίνει και ο Robert Holland στον πρόλογό του.

Η δεύτερη ενότητα περιέχει δοκίμια τα οποία μπορούν με ασφάλεια να χαρακτηριστούν ως θεμελιακά για τη μελέτη της νεώτερης κυπριακής ιστορίας. Οχι μόνο λόγω των νέων οδών προβληματισμού που διάνοιξαν, λ.χ. για την κομβική σημασία της εκλογικής ιστορίας στον κυπριακό κοινωνικό μετασχηματισμό, ή των ερευνητικών υποδειγμάτων που καθιέρωσαν με την εισαγωγή εννοιών όπως είναι η «διαλεκτική της μισαλλοδοξίας»: κατά κύριο λόγο επειδή πρόκειται για προδρομικές, παράτολμες ένεκα της πρωιμότητάς τους ενδοσκοπήσεις του Κυπριακού Ζητήματος, οι οποίες κατατέθηκαν σε μια περίοδο καθόλα απρόσφορη για κριτικό αναστοχασμό. Με βασικό εργαλείο την τεχνική της ανοικείωσης, κλονίζει τις τετριμμένες ερμηνείες του «πατριωτισμού» αφού στο έδαφός τους κινδυνεύει, υπό το κράτος ουσιοκρατικών αντιλήψεων, να βλαστήσει ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία. Αυτή είναι άλλωστε και η βασική διαπίστωση που συνάγεται από την οικεία ενότητα της συλλογής, ότι ο σεβασμός απέναντι στις πλειοψηφικές προσλήψεις της εθνικής ταυτότητας πρέπει να επενδυθεί με φιλελεύθερες πρόνοιες αφού, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, «ο εθνικισμός μπορεί εύκολα να διολισθήσει στον εξτρεμισμό, στον φανατισμό και στην επιθετικότητα» ή αλλιώς, να οδηγήσει «από τη συνύπαρξη στην αντιπαράθεση». Η κεντρική προβληματική του συγγραφέα εστιάζεται στις «ηπείρους σε μικρογραφία», όπως χαρακτήρισε ο Μπροντέλ τις αυθύπαρκτες μεσογειακές νησιωτικότητες προσδιορισμένες, καθώς τις θωρούσε, από το αντινομικό πεπρωμένο τόπων οι οποίοι δεν παύουν να βρίσκονται «στην πρώτη γραμμή της ιστορίας», παρά τον «επισφαλή, περιορισμένο και επαπειλούμενο» εσωτερικό βίο που διάγουν. Μολονότι πορίσματα σημαντικά έχουν εξαχθεί από την εντρύφηση στις λειτουργίες της μετακένωσης των ιδεολογικών ρευμάτων στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο, η επιλογή του Κιτρομηλίδη να μη φανερώνει τον καθοδηγητικό μίτο της σκέψης του –που αποτυπώνεται στο διττό μοτίβο της αυτόφωτης αλλά συνάμα ατελώς νεωτερικής κυπριακής αυτοσυνειδησίας– εγγράφει το έργο του στην παράδοση όσων πλάθονται «εν τη σοφία του αφάτου», κατά την προσφυή έκφραση του Ιωάννη του Χρυσοστόμου έργων, δηλαδή, εντός των οποίων εμφωλεύει μια ιδέα ρωμαλέα που υποφώσκει ανεκδήλωτη. Ετσι, από τη μία πλευρά υποδεικνύεται ότι τα πεπρωμένα της κυπριακής νησιωτικότητας καθέλκυσαν τη Μεγαλόνησο μακριά από τις ατραπούς της αυτοαπομόνωσης και της εσωστρέφειας, με κύριο μοχλό τη συνεχή «δημιουργική ώσμωση» με τις νεωτερικές ιδέες του Διαφωτισμού από την άλλη, λανθάνει η υπόρρητη σκέψη που, όπως ορθώς επισημαίνει και ο Holland, «στοιχειώνει» τα δοκίμια του βιβλίου και αφορά στη μοιραία αδυναμία των εκάστοτε ηγεσιών να εμποτίσουν τους μετα-αποικιακούς οραματισμούς τους με τις σύγχρονες αρχές της διακοινοτικής συνύπαρξης – ακόμα και ως τακτικό ανάχωμα έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού. Ας σημειωθεί καταληκτικά ότι στο νέο βιβλίο του ο Π. Κιτρομηλίδης δημοσιεύει τα δοκίμια απαράλλαχτα όπως είχαν εκδοθεί χωρίς, ωστόσο, να τα απομονώνει από τις συνθήκες που τα γέννησαν, ή να αποσιωπά τις αρετές και τα υπολειπόμενα της κατοπινής ιστοριογραφικής παραγωγής: ένα πρόσθετο πειστήριο της αδιάκοπης ρήξης του με το θετικιστικό υπόδειγμα, ρήξης που εκθέτει τον αναγνώστη στην αναπόδραστα συλλογική, εξελικτική παρακαταθήκη κάθε έργου το οποίο φιλοδοξεί να αποτελέσει εργαλείο ενδοσκόπησης και αναστοχασμού.
 
* Ο κ. Γιώργος Καλπαδάκης είναι εντεταλμένος ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών (ΚΕΙΝΕ).