ΒΙΒΛΙΟ

Οταν ο επίγειος πατέρας είναι απών

Δύο γενιές τελείως διαφορετικές και απόμακρες, σε ταραγμένους καιρούς με μόνους δεσμούς το αίμα και τα μυστικά

Οταν ο επίγειος πατέρας είναι απών

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ
Αντρες χωρίς άντρες
εκδ. Πατάκη, σελ. 232

Οταν ο επίγειος πατέρας είναι απών-1Μια ανδρική φιλία που χρειάζεται να δοκιμαστεί, να αποδείξει ότι υπάρχει για να τους ενώνει, να τους στηρίζει, να μην τους αφήνει μόνους με το παρελθόν τους, να τους πείθει ότι υπάρχει και μέλλον. Και δύο πατεράδες παρόντες μέσα στην απουσία τους, ο ένας νεκρός, σκοτωμένος σε δυστύχημα από χρόνια, να ορίζει τι είναι ορφάνια για τον γιο και ο άλλος ετοιμοθάνατος. Και αποκαλυπτικός. 

Είναι αυτή η οριακή στιγμή μπροστά στον θάνατο, που αφήνει να φανούν όσα κρυφά, μυστικά, ένοχα, ανομολόγητα, ντροπιαστικά κουβαλάει. Οσα θα αλλάξουν απολύτως την εικόνα που ο γιος του είχε για εκείνον. Πάντα ντρεπόταν για τον πατέρα του, τώρα όμως μπορεί καν να μην είναι πατέρας του. 

Δύο γιοι γεννημένοι στη δεκαετία του ’60, έρχονται αντιμέτωποι με τα γεγονότα του εμφυλίου, με την περίοδο της δικτατορίας, με εποχές ταραγμένες, στιγματισμένες από έλλειψη ηθικής. Ανήθικος είναι και ο πατέρας, χαφιές που κινείται στο περιθώριο, στο σκοτάδι, στη σωτήρια αφάνεια. Οχι όμως μόνο επειδή τον βαραίνει η πολιτική του στάση, η απαξία που εισπράττει από παντού. Αλλά και γιατί, όπως εξομολογείται στον γιο του με το θάρρος του μελλοθάνατου, με τη γύμνια του παραιτημένου, με τον σαρκασμό του γενναίου της τελευταίας στιγμής, η προσωπική του ζωή δεν ήταν αυτή που φαινόταν, ήταν άλλος, ένας κρυμμένος και κρυπτόμενος, ένας διωγμένος ομοφυλόφιλος. 

Οι πολιτικές περίοδοι είναι ο καμβάς του βιβλίου. Υπάρχουν για να ζωγραφιστούν πάνω τους, να αποτυπωθούν και να φανερωθούν οι στάσεις των ανθρώπων. Η συζυγική σχέση, που πόση αλήθεια περιέχει άραγε, όταν τη σκέψη του άνδρα στην πιο δική τους στιγμή, την κατακλύζει ένα αρσενικό σώμα; Η πατρική σχέση, που φανερώνεται μονάχα όταν στην αρρώστια του παιδιού «διαλύει μισή ασπιρίνη σε ένα κουταλάκι χαμομήλι και μου τη δίνει να την πιω με το ζόρι». Πάνω σε αυτόν τον καμβά θα βασιστεί και η φιλία των δύο γιων. 

Ο ένας γεμάτος ντροπή για την οικογένεια θα φύγει στο Παρίσι, θα καταξιωθεί ως συγγραφέας, θα αρνηθεί τη γενιά του χρησιμοποιώντας το επώνυμο της μητέρας του. Κι ο άλλος θα παλέψει την απώλεια του πατέρα που δεν ξεπέρασε ποτέ και θα αποδεκατιστεί από την οικονομική κρίση. 

Ο Νίκος Δαββέτας χρησιμοποιεί έναν τρόπο αφήγησης που δεν σε αφήνει να αφεθείς. Τρία πρόσωπα μιλούν, εξιστορούν, θυμούνται, περιγράφουν τον έξω και τον έσω τους κόσμο. Είναι ανάγκη να τα παρακολουθείς στενά, ν’ αναγνωρίζεις ποιος μιλά, να μην αποκόβεσαι από τη διήγηση, αν το κάνεις, δεν θα χάσεις απλά γεγονότα, εμπειρίες και την εξέλιξη, θα χάσεις τη σκέψη, τα αισθήματα, την έκρηξη του μυαλού και της καρδιάς των ηρώων. 

Κι ενώ στη γραφή δεν αναγνωρίζεις ένταση, ακόμα και οι πιο επώδυνες περιγραφές έχουν μια αποστασιοποίηση, ένα γυάλινο βλέμμα να τις κοιτά, οι άνδρες πάλλονται από όσα τους βασανίζουν, σωρεύουν οργή, θυμό, προσπαθούν για τη συγχώρεση, παλεύουν να κρατήσουν τον μίτο της ζωής τους τερματίζοντας την αιώνια διαμάχη. Δύο γενιές τελείως διαφορετικές κι απόμακρες, σε ταραγμένους καιρούς με μόνους δεσμούς το αίμα και τα μυστικά. 

Είκοσι τέσσερα κεφάλαια στο πρώτο μέρος και δεκαπέντε στο δεύτερο, δίνουν την αίσθηση μικρών, αυτοτελών ιστοριών, που όμως συντίθενται, εξελίσσουν την ιστορία και τους ήρωες. Μια ελαφρά ειρωνεία από την πλευρά του πατέρα «η ζωή μας είναι ένα γουίκεντ», είκοσι τέσσερις ώρες πριν από το μοιραίο εγκεφαλικό, η αγωνία του γιου να τον αποδεχθεί έτσι όπως ήταν, όχι ιδανικός, όχι άξιος εκτίμησης και περηφάνιας αλλά απλά ο πατέρας του που «μόνο με την αγάπη μπορώ να κατανοήσω ό,τι συνέβη» κι η ανάγκη του φίλου του για την πατρική παρουσία «αφού ο επίγειος πατέρας είναι απών, δεν μ’ ενοχλεί και η απουσία του επουράνιου».

Τι λείπει σε τούτους τους άνδρες και ο Δαββέτας τους αναιρεί με τούτο το «χωρίς» ανάμεσά τους; Θαρρώ, έτσι όπως χαμηλόφωνα μα εντατικά αποκαλύπτονται, πως τους λείπει το στέρεο έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Αυτό που ο καθένας τους για διαφορετικούς λόγους δεν πάτησε ποτέ. Την αυτοεκτίμηση, τη μεγαλοψυχία, τη σιγουριά στις σχέσεις κι έναν σεβασμό τόσο αναγκαίο όσο η ανάσα. Δεν τα είχαν, δεν τα βρήκαν ποτέ κι αυτή η έλλειψη γεννά το δικό μας κίνητρο: να αναγνωρίσουμε το επείγον της ειλικρίνειας, της αλήθειας, της γνησιότητας, να μην στέρξουμε επιβίωση και ζωή «χωρίς».