ΒΙΒΛΙΟ

Εκεί που εξιχνιάζονται τα σκληρά εγκλήματα

Ενα βιβλίο που γράφτηκε «μέσα» στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών

ekei-poy-exichniazontai-ta-sklira-egklimata-561363625

ekei-poy-exichniazontai-ta-sklira-egklimata0«Το καλοκαίρι του 2019 είχα μια ιδέα, επειδή είναι μετρημένα στα δάχτυλα τα ελληνικά βιβλία που είναι βασισμένα σε ελληνικά εγκλήματα και λείπουν δύο χαρακτηριστικά από αυτά. Πρώτον, ότι είναι επικεντρωμένα στο έγκλημα και όχι στη δουλειά που κάνει το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας. Δεύτερον, ότι δεν επικεντρώνονται καθόλου στα θύματα – αυτό λείπει γενικά από τη σύγχρονη αστυνομική λογοτεχνία. Σκέφτηκα λοιπόν να κάνω μια κρούση και να ρωτήσω αν θα μπορούσα να συνεργαστώ πιο στενά με το τμήμα στη ΓΑΔΑ, να παρακολουθήσω από κοντά τη δουλειά τους».

Το αίτημα του Βαγγέλη Γιαννίση έγινε δεκτό. Μπορούσε να επισκέπτεται το Τμήμα Ανθρωποκτονιών, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, στον ενδέκατο όροφο της ΓΑΔΑ, τον «όροφο των σκληρών», καθώς εκεί στεγάζονται ακόμη το Τμήμα Ληστειών και η Δίωξη Ναρκωτικών.

«Για αρκετούς μήνες, τρεις και τέσσερις φορές την εβδομάδα, αργά το βράδυ, επισκεπτόμουν το Τμήμα. Εκανα συνεντεύξεις με τους αξιωματικούς, στις οποίες μου ανέλυαν πώς λειτουργεί το Τμήμα, μου μιλούσαν για τους ίδιους και μου παρουσίασαν την έρευνα πέντε υποθέσεων που θεωρούν ότι σημάδεψαν την καριέρα τους. Η εκπαίδευση και η ποιότητα των πέντε αξιωματικών με τους οποίους συνεργάστηκα με βοήθησε να κατανοήσω πράγματα για τους ίδιους και για τα θύματα», λέει.

Το αποτέλεσμα αυτής της έρευνας βρίσκεται ήδη στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, με τον τίτλο «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173», εκδόσεις Διόπτρα.

«Μια αδελφότητα»

«Το Τμήμα Ανθρωποκτονιών σε αλλάζει. Σε δοκιμάζει κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Δεν σου χαρίζεται. Δίπλα σου έχεις ανθρώπους που θα σου τείνουν το χέρι στις δυσκολίες. Θα περάσετε την κάθε μέρα μαζί. Μια οικογένεια. Μια αδελφότητα, με μοναδικό στόχο να αποδοθεί δικαιοσύνη για εκείνους που δεν έχουν πια φωνή να τη ζητήσουν, και για τις οικογένειες, τους φίλους και όσους άφησαν πίσω τους», γράφει σε ένα σημείο του βιβλίου.

«Προσπαθήσαμε να κάνουμε μια ιστορία για τους ανθρώπους και όχι τόσο για τα εγκλήματα», μου εξηγεί ο Βαγγέλης Γιαννίσης. «Δεν θέλαμε να βοηθήσουμε τον αναγνώστη να κοιτάξει πορνογραφικά το έγκλημα, αλλά να υπάρξει μια κατανόηση των μεθόδων, του τι επιδιώκει η αστυνομική έρευνα. Η απάντηση φυσικά είναι ότι επιδιώκει την αλήθεια από όλες τις πλευρές, για λόγους δικαστικούς, αλλά και για λόγους profiling. Ρίξαμε επίσης πολύ φως στις ζωές των θυμάτων και εξετάσαμε τι γίνεται μετά, με τους ανθρώπους που μένουν πίσω, τους οποίους χειριστήκαμε με μεγάλο σεβασμό».

Δεν ήταν εύκολο φυσικά, γιατί, όπως σημειώνει στο βιβλίο, «το έγκλημα μαγνητίζει – όσο σκληρότερο, τόσο περισσότερο κεντρίζει το ενδιαφέρον του μέσου ανθρώπου, ο οποίος θέλει να κρυφοκοιτάξει μέσα από την κλειδαρότρυπα την άλλη πλευρά. Τον παράλληλο κόσμο της βίας και του θανάτου».
Οι ερευνητές του Τμήματος Ανθρωποκτονιών ανέρχονται σε συνολικά 92 άτομα, 18 εκ των οποίων είναι αξιωματικοί που χειρίζονται τις υποθέσεις. Πρωταγωνιστές του βιβλίου του Βαγγέλη Γιαννίση είναι πέντε, των οποίων ωστόσο δεν έχει χρησιμοποιήσει τα αληθινά ονόματα. «Τα τελευταία δύο χρόνια, κατά μέσον όρο, οι αστυνομικοί που υπηρετούν στο Ανθρωποκτονιών δουλεύουν σε σαράντα με πενήντα ανοιχτές υποθέσεις ταυτόχρονα», σημειώνει ο συγγραφέας, «ωστόσο, οι ερευνητές έχουν την ικανότητα, την πρόθεση αλλά και τον ζήλο να ασχοληθούν μέχρι και με τον διπλάσιο αριθμό υποθέσεων».

Ο Βαγγέλης Γιαννίσης με την πρώτη ματιά δεν μοιάζει με συγγραφέα crime thriller. Οχι φυσικά επειδή υπάρχει κάποιο αρχέτυπο αυτού του είδους συγγραφέα, αλλά με το πλατύ χαμόγελο, την ευχάριστη διάθεση και το χιούμορ που τον χαρακτηρίζει δεν είναι εύκολο να τον φανταστεί κανείς να δημιουργεί στο χαρτί κόσμους απειλητικούς και ανθρώπους βίαιους.

Επέστρεψε στην ελληνική πρωτεύουσα πριν από περίπου επτά χρόνια, από τη Σουηδία, όπου έζησε για μια τριετία. Εκεί ο 32χρονος συγγραφέας «συνάντησε» και τον πρωταγωνιστή της σειράς βιβλίων με την οποία συστήθηκε στο κοινό, τον επιθεωρητή Αντερς Οικονομίδη.

Τις πρώτες του ιστορίες τις έγραψε στον στρατό. «Με είχαν στείλει σε ένα φυλάκιο στη μέση τού πουθενά, κοντά στην Καλλονή, στη Λέσβο. Επειδή δεν είχα τι να κάνω, αγόρασα ένα τετράδιο από ένα βιβλιοπωλείο και άρχισα να γράφω μια ιστοριούλα βασισμένη στην υπόθεση του χαμένου Αλεξ».
Το πρώτο του βιβλίο ήταν «Το μίσος», που ξεκίνησε να γράφει τον Νοέμβριο του 2011. Ηταν ήδη ένα μήνα στη Σουηδία, στην πόλη Ερεμπρου. Τα πρωινά μάθαινε σουηδικά ενόσω περίμενε απαντήσεις στις αιτήσεις που είχε κάνει για να βρει δουλειά. Τα απογεύματα δεν είχε τι να κάνει και άρχισε να γράφει. «Η ιδέα ήταν να γράψω μια ιστορία σε αυτή την πόλη που είχα ερωτευτεί. Τις πρώτες εβδομάδες, σχεδόν όλη μέρα τριγύριζα στους δρόμους. Ουσιαστικά “Το μίσος” είναι ένα ερωτικό γράμμα στο Ερεμπρου, ένας φόρος τιμής σε αυτή την πόλη που με φιλοξένησε γενναιόδωρα», λέει.
Πριν από λίγους μήνες ολοκλήρωσε την έκτη και πιο αγαπημένη του περιπέτεια του Αντερς Οικονομίδη, η οποία θα φτάσει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων το 2022. Είναι μια υπόθεση με θύματα βιασμού. «Είναι ένα θέμα που δεν καλύπτεται επαρκώς στη σύγχρονη αστυνομική λογοτεχνία. Επίσης, ήθελα να ερευνήσω τι επιπτώσεις έχει μια έρευνα στους ίδιους τους ερευνητές. Βλέπουμε στα μυθιστορήματα ότι ο αρχετυπικός ερευνητής έχει κάποια προβλήματα με το ποτό, με το άγχος κ.λπ., αλλά δεν αναρωτιόμαστε γιατί. Και μπορεί οι σύγχρονοι αστυνομικοί να μην καταφεύγουν στο αλκοόλ, αλλά όλα αυτά τους αφήνουν κάτι στην ψυχή τους, δεν μένουν ασημάδευτοι».

Το αγαπημένο του κομμάτι της συγγραφικής διαδικασίας είναι η έρευνα, που μπορεί να κρατήσει μήνες. Είναι γι’ αυτόν σαν ναρκωτικό, ομολογεί. Παρακολουθεί μανιωδώς Netflix και διαβάζει πολύ. Αγαπημένο του είδος είναι φυσικά η αστυνομική λογοτεχνία, αγαπά όμως πολύ και το non-fiction, βιβλία ιστορικά, κοινωνικά και βιογραφίες. Αν έπρεπε να επιλέξει τον αγαπημένο του ντετέκτιβ, «θα έλεγα τον Χάρι Χόλε για την εθιστικότητά του, τον Βίλιαμ Βίστιν επειδή είναι ολοκληρωμένος και ρεαλιστικός χαρακτήρας και τον Βαλάντερ για τον ανθρωπισμό του», ομολογεί.