ΒΙΒΛΙΟ

Ηττημένοι μαχητές στον καθρέφτη του Κάλβου

ittimenoi-machites-ston-kathrefti-toy-kalvoy-561380227

ΑΓΓΕΛΑ ΓΙΩΤΗ
Μεταπολεμικές δοκιμές
πολιτικού λυρισμού
εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 303
 
ittimenoi-machites-ston-kathrefti-toy-kalvoy0Το μεταπολεμικό ρίγος του Βύρωνα Λεοντάρη, η αρνητική διαλεκτική του Τέοντορ Αντόρνο και το υπονομευμένο «υψηλό» του Ανδρέα Κάλβου γίνονται τρία νήματα σφιχτοπλεγμένα από την Αγγέλα Γιώτη, συγκροτώντας τη «μεταπολεμικότητα» ως έννοια-εργαλείο για την κατανόηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τον 19ο αιώνα και μέχρι τους συμβατικά αποκληθέντες μεταπολεμικούς ποιητές. Θα μπορούσε να φοβηθεί κανείς την άγονη περιήγηση στη θεωρία και τη δημιουργία κουραστικών κατασκευών που συχνά μαρτυρούν την υπέρμετρη αγωνία της αυτοαναφορικής επιστημοσύνης. Εδώ έχουμε να κάνουμε με το αντίθετο ακριβώς: μια γερή επιστημονική κράση, έναν κριτικό νου και μια εργασία μυρμηγκιού που δεν φοβούνται να βουτήξουν κατευθείαν, με τον γερό αυτόν εξοπλισμό, στα βαθιά νερά της ποίησης. Εχοντας ολοκληρώσει μακρά διαδρομή στη μελέτη του Κάλβου, η Γιώτη πραγματοποιεί τώρα την κρίσιμη χειρονομία που τόσο καιρό προετοιμάζει: βάζει να καθρεφτιστούν στον τρομερό καθρέφτη του Ζακυνθινού τρία ποιητικά ζεύγη, σκηνοθετημένα από την Ιστορία και από την ίδια με τρόπο, θα πρέπει να παραδεχτούμε, άκρως ερεθιστικό. Παλαμάς – Καρυωτάκης, Σικελιανός – Σεφέρης και Ρίτσος – Λεοντάρης. 

Αν ο Κάλβος δεν είναι –ή δεν είναι μόνον– ο ποιητής-προφήτης που μεγαλόφωνα συνοδεύει τη λύρα της μιας πατριωτικής ιδέας· αν είναι επίσης μια οικεία, ακόμη και για τα αυτιά του σημερινού αναγνώστη, δυσοίωνη φωνή ενός αγγέλου των ερειπίων, που βουλιάζει στο λαρύγγι του από την οδύνη, τότε δίκαια τον αναδεικνύουν ως τέτοιον ο Καρυωτάκης και ο Σεφέρης, σε αντιδιαστολή με τους Παλαμά και Σικελιανό, όπως μας δείχνει η Γιώτη.

Ακόμη πιο δίκαια, και σε διάλογο προπάντων με τον Καρυωτάκη, ο Λεοντάρης συνόψισε όλη αυτή τη μεταπολεμική αλλά μάχιμη αγωνία ως την ήττα που υφίσταται στη ρίζα της κάθε ποίησης και την τροφοδοτεί, αρνητικά αλλά και δυναμικά ταυτόχρονα. Αντίθετα ο Ρίτσος, όπως μας τον παρουσιάζει εδώ η Γιώτη, κλυδωνίζεται ανάμεσα στη φαινομενικά ασφαλή επιφάνεια της ιδεολογίας και στην ελευθερία των ερειπίων, για να προτιμήσει εντέλει και αυτός, πάντα σε συνομιλία με τον Κάλβο, τους ποιητικά πιο γόνιμους καρχαρίες του βυθού. 

Οταν ένα βιβλίο είναι πραγματικά σημαντικό, πολλά ζητήματα ξεκαθαρίζουν, ενώ ταυτόχρονα νέα ερωτήματα συνωστίζονται κάτω από τις γραμμές. Η πυκνότητα της σκέψης της Γιώτη αντισταθμίζεται από την οξύτητά της. Μένει να αναρωτηθούμε αν η βραχνάδα του Κάλβου, το δηλητήριο του Καρυωτάκη και η ώριμη άρνηση του Σεφέρη εκβάλλουν πράγματι τελειωτικά στον Λεοντάρη, τον μόνο που τα συζητάει όλα αυτά με τον τρόπο ακριβώς που υποθέτει η Γιώτη, ποιητικά και φιλοσοφικά, με στίχους και δοκίμιο. Αν η γέφυρα που ενώνει τον Καρυωτάκη με τον Λεοντάρη μοιάζει στέρεη, αδιαμφισβήτητη, ποιητικά παραγωγική, το πρόγραμμα και το διαμέτρημα του Σεφέρη δημιουργούν έναν πυλώνα που εμπεριέχει ασφαλώς τη μεταπολεμικότητα, δεν εξαντλείται όμως, νομίζω, σε αυτήν. Στον βαθμό που είναι αναγκαίο να δανειστεί κανείς ένα σχήμα από τη φιλοσοφία –εδώ από τον Αντόρνο– για να συζητήσει τις πολιτικές αλλά και τις καλλιτεχνικές και τις πηγαία δημιουργικές στάσεις των ποιητών, η μετοχή του Λεοντάρη που το έπραξε, όπως αποδεικνύει η Γιώτη, εμπρόθετα και συστηματικά, και ιδίως σε συνομιλία με τον Αντόρνο, ανεβαίνει.

Αν, ωστόσο, η «μεταπολεμικότητα» και η «ήττα», όπως τις εισηγείται ο Λεοντάρης, γονιμοποιούν και αυτοτελώς τη σκέψη μας για την ανθρώπινη περιπέτεια, όπως ιδιοσυγκρασιακά η ποίηση τη διαπλάθει και την αναμεταδίδει, τότε δικαιούμαστε, καθώς οι πόλεμοι και η ποίηση συνεχίζονται, να στραφούμε και πάλι προς τη συγγραφέα και να της θέσουμε τα ερωτήματα που εξακολουθούν να εκκρεμούν.