ΒΙΒΛΙΟ

Ας φυσήξει τ’ αεράκι της δικής του ύστερης φήμης

as-fysixei-t-aeraki-tis-dikis-toy-ysteris-fimis-561443950

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗΣ
Aσπρα μήλα
εκδ. Πατάκη, σελ. 40
 
as-fysixei-t-aeraki-tis-dikis-toy-ysteris-fimis0«Ο,τι θα μείνει απ’ αυτόν τον άνθρωπο/ είναι γλώσσα και δόντια» γράφει στον τελευταίο στίχο του ποιήματος «Απροσωπογραφία σε σπασμένο καθρέφτη» ο Δημήτρης Ελευθεράκης (1978-2020), κλείνοντας το μάτι στην «Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο» του Τζον Ασμπερι (1927-2017), την κατά Μπλουμ «Ερημη χώρα της μεταμοντέρνας αμερικανικής ποίησης» (κυκλοφορεί ελληνική μετάφραση του Χ. Βλαβιανού). 

Ανάμεσα στους ποιητές της καινούργιας ποίησης, που πρωτοδημοσιεύεται γύρω στο 2000, ο Ελευθεράκης ξεχωρίζει, μαζί με ελάχιστους ακόμα, για την παλιομοδίτικα υψηλή του στόχευση. Συνομιλώντας διαρκώς και επίμονα με το ευρύτατο κλασικό φάσμα της παγκόσμιας και ιδίως της δυτικής γραμματείας, ο πρόωρα χαμένος ποιητής μοιάζει να γνωρίζει αλλά να μην παραδέχεται εύκολα ότι ο καιρός των ποιητών – προφητών παρήλθε, ίσως μάλιστα ανεπιστρεπτί.

Ενας συγκαλυμμένα ή και αντεστραμμένα υψηλός τόνος, μαζί με την επιλογή εξεχόντων συνομιλητών και τη διάχυτη αίσθηση της ματαιότητας για τις μεγάλες ιδέες που δεν λένε να γεννηθούν τον στοιχειώνουν και, μέχρι πρότινος, ίσως τον βαραίνουν ποιητικά. Τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά στο κύκνειο άσμα του μεστώνουν εντυπωσιακά. 

Ο Ελευθεράκης χάθηκε νέος, έχοντας όμως προηγουμένως καταφέρει να ωριμάσει εντός της υψηλής του στόχευσης: «Λέω τ’ όνομά μου για να μη με ξεχάσουν./ Ψάχνω τη λέξη. Η λέξη δεν προβάλλει» (από το ποίημα «Οταν εκρήγνυται το δειλινό σε χρώμα μενεξεδί»). Ενας ποιητής που έχει παραιτηθεί από τη μεγάλη στόχευση δεν θα έμπαινε ενδεχομένως ποτέ στον πειρασμό να διεκδικήσει ρητά το όνομά του. Η εγγραφή μέσα στην παράδοση διά των ονομάτων είναι μια χαρακτηριστική κληρονομιά από πατέρα σε γιο, από πατέρα-ποιητή σε γιο-ποιητή. Η πατρική υπόσταση κυριαρχεί με τη μορφή του Οδυσσέα, που στο έργο του Ελευθεράκη λειτουργεί, νομίζω, και ως μάσκα για να δηλωθούν σημαντικοί ποιητικοί πρόγονοι. Το ίδιο και η απαραγνώριστη ανάγκη του ώριμου πια ποιητή για μια φιλοσοφία: «Οσο κι αν δεν το σκέφτεσαι θα πρέπει να φτιάξεις/ προτού φύγεις τη δική σου φιλοσοφία: εάν οφείλεις ν’ αδειάσεις/ το κενό από μέσα σου φεύγοντας, για να το επιστρέψεις/ ή αν εκεί που υψωνόταν το σώμα σου δεν θα υπάρχει πια τίποτα» (από το ποίημα «Τι είδε ο Λάζαρος»). 

Επιμένει λοιπόν η υψηλή στόχευση, να όμως που αρχίζει να δαμάζει την ύλη της, να αποδίδει καρπούς, ανοίγοντάς μας την όρεξη και την περιέργεια για το πού ακόμα θα της έμελλε να φτάσει, αν ο θάνατος δεν προλάβαινε τον ποιητή. Ο θάνατος είναι μάλιστα ένα ακόμη στοιχείο που ανατριχιαστικά ξαφνιάζει, καθώς διέπει απ’ άκρου εις άκρον όλη τη συλλογή. Τα 22 ποιήματα του υπό συζήτηση βιβλίου θα μπορούσαν κάλλιστα να διαβαστούν ως ρέκβιεμ. Δεν πρόκειται όμως για ποιήματα θανατολάγνα και πεισιθάνατα. 

Στην επίμονη εντός των ποιημάτων αυτών αναμέτρηση του Ελευθεράκη με τον θάνατο, ανιχνεύεται μια πρόωρη για την ηλικία του ποιητή απόπειρα μαχητικής συμφιλίωσης με το ανείπωτο. Χαρακτηριστικά είναι εν προκειμένω τα δύο εξαιρετικά σονέτα σε ελεύθερο στίχο που ανοίγουν και κλείνουν το βιβλίο. 

Πρωταγωνιστούν αντίστοιχα τα ζεύγη Οδυσσέας – Τηλέμαχος και Αντίκλεια – Λαέρτης. Στο πρώτο σονέτο ο Τηλέμαχος ανακαλύπτει τον τάφο του πατέρα του, αποδίδει τιμές στον νεκρό και στρώνει το χώμα για τον δικό του τάφο: «Ανοιξε το σημειωματάριο, βούτηξε/ το κόκαλο του πατέρα του στο μελάνι·/ έγραψε: Εδώ αρχίζει της ζωής μου το τέλος». Στο τελευταίο, ένα δράμα γραφής και ζωής κορυφώνεται: «Θέλω να μιλήσω γι’ αυτά, δένω κλωστή στη γλώσσα/ και ξεδένεται, πιάνω γραφή να γράψω και ξεγράφεται».