ΒΙΒΛΙΟ

Το μυστήριο της αυτοκτονίας της δεκαεφτάχρονης Εστερ

Η λογοτεχνία της ανίχνευσης αναδεικνύεται στο μυθιστόρημα του Γερμανού Φρίντριχ Ανι σε πρωτοκλασάτη γραφή

to-mystirio-tis-aytoktonias-tis-dekaeftachronis-ester-561485635

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΑΝΙ
Η μέρα χωρίς όνομα. Μια υπόθεση 
για τον Γιάκομπ Φρανκ
μτφρ. Μαρία Αγγελίδου
εκδ. Gutenberg, σελ. 360
 
to-mystirio-tis-aytoktonias-tis-dekaeftachronis-ester0Παραθέτω αυτούσια την καίρια δια-πίστωση, η οποία στοιχειώνει το ως άνω μυθιστόρημα: «Οι νεκροί γυρίζουν και ξαναγυρίζουν όποτε θέλουν, κάθονται στο τραπέζι μαζί μας και μας μιλάνε. Κι εμείς δεν μπορούμε να ξεφύγουμε, θέλοντας και μη τους ακούμε, τη μια ώρα μετά την άλλη, όλη νύχτα. Μετά φεύγουν, αλλά ξέρουμε ότι θα ξανάρθουν, πάλι και πάλι». Ο δικαίως πολυβραβευμένος Γερμανός συγγραφέας Φρίντριχ Ανι (1959-) διακρίνεται, εκτός των άλλων, για την αποτελεσματική διαχείριση του ενδελεχώς επιλεγμένου αφηγηματικού υλικού από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα. Δηλαδή δεν πρόκειται μόνο για την επαρκώς αποτυπωμένη δράση των ποικίλων χαρακτήρων, τη διεξοδική παράταξη των κειμενικά κρίσιμων συγκυριών ή, αντιστοίχως, την όλη διαδοχή των ικανών και αναγκαίων εκείνων ανατροπών, αλλά και για την εις βάθος διερμηνεία των όσων συμβαίνουν στην αθέατη πλευρά του εκάστοτε εαυτού. Κι ίσως αυτό να λογίζεται το ουσιαστικότερο όλων.

Εν ολίγοις: Η δεκαεφτάχρονη Εστερ Βίντερ αυτοκτονεί, παίρνοντας μαζί της τα αίτια και αιτιατά της ύστατης πράξης της. Ο αστυνομικός επιθεωρητής ονόματι Γιάκομπ Φρανκ ανακοινώνει τον τραγικό σολοικισμό στη μητέρα της. Επί επτά ώρες κάθεται κοντά της για να την παρηγορήσει. Η συνάντηση αυτή τον έχει στιγματίσει. Ζει συχνά πυκνά τον ζόφο της επί μια εικοσαετία. Ο πατέρας του κοριτσιού, πιστεύοντας ακράδαντα ότι η κόρη του είχε δολοφονηθεί, συναντά εκ νέου τον εν λόγω αστυνομικό, συνταξιούχο πλέον, παρακαλώντας τον να επανεξετάσει τη θλιβερή υπόθεση. Ο πολύπειρος, νουνεχής και αρκούντως αναστοχαστικός Γιάκομπ Φρανκ αποδέχεται την πρόσκληση. Τώρα όμως φρονεί ότι «για να βρει την αλήθεια αυτής της υπόθεσης δεν έπρεπε να σκεφτεί σαν εγκληματολόγος. Επρεπε να προσπαθήσει να ξεχάσει τις γνώσεις που είχε αποκτήσει και να εμπιστευθεί τα ένστικτα του κορμιού του, τους νευροδιαβιβαστές και τα μηνύματα των κυττάρων του». 

Αν πράγματι «το έργο που κατά κανόνα αναλαμβάνουν οι συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών είναι να εξηγήσουν, όχι το ανεξήγητο, αλλά το συγκεχυμένο», όπως υπογράμμισε προσφυώς ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες στις εμβληματικές «Διερευνήσεις» του, τότε η «Μέρα χωρίς όνομα» συνιστά και η ίδια μια ακόμη ενδεικτική εμπέδωση της συγκεκριμένης στρατηγικής. Συγκρατώ ότι αυτό ακριβώς το «συγκεχυμένο» είναι που προβάλλεται διεξοδικά. Ετσι, η καλειδοσκοπική διάταξη των συμβάντων, η εξονυχιστική ανάλυση των συμφραζομένων και των προβληματικών παρεπομένων τους διατηρείται αμείωτη. Κοντολογίς, η λογοτεχνία της ανίχνευσης αναδεικνύεται εδώ σε πρωτοκλασάτη γραφή. Η δε αντίστοιχη περιώνυμη «θέση θέασης» του Χένρι Τζέιμς αξιοποιείται υποδειγματικά. 

Επιπροσθέτως, ως το σημείο της πληρέστατης διαλεύκανσης του δράματος, η διηγητική πολιτική, η οποία συνειδητά υιοθετείται στην προκειμένη περίπτωση θαρρώ ότι ανάγεται ευθέως στο πλαίσιο της εξιστόρησης, όπως βιώνεται στο «Ρασόμον» του Ρυουνόσουκε Ακουτάγκαβα (1892-1927). Ο,τι δηλαδή απετέλεσε τη βάση της ομώνυμης, πασίγνωστης κινηματογραφικής ταινίας (1950) του Ακίρα Κουρόσαβα (1910-1998). Κι εκεί, όπως και στο παρόν μυθιστόρημα, οι δόσεις της εναλλακτικής πραγματικότητας υποστηρίζουν διαφορετικούς κάθε φορά τρόπους ανάλυσης των επί μέρους πεπραγμένων. Το εύρημα παράγει αντικαταστάσεις τόσο των μέχρι πρότινος αδιάσειστων βεβαιοτήτων, όσο και των ευλόγων πεποιθήσεων. Διότι τίποτε δεν ισχύει ανεξάρτητα από τις διαδοχικές γωνίες λήψης των όποιων δεδομένων. Οπως αλλάζουν αισθητά θέση στις ενότητες του έργου, οίκοθεν νοείται ότι επαυξάνουν το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Η μετάφραση γύρισε στη γλώσσα μας με άνεση και άλλη τόση ρηματική συνέπεια το όντως υποβλητικό πρωτότυπο.