ΒΙΒΛΙΟ

Ποιητής, μωρό και γέροντας

Ποιητής, μωρό και γέροντας

Τάσος Γαλάτης
Ο κάλλιστος κόσμος
εκδ. Gutenberg, σελ. 755
 
Στη συγκεντρωτική έκδοσή τους τα περισσότερα από 500 ποιήματα του Τάσου Γαλάτη (1937) δίνουν τη μοναδική εικόνα μιας φρενήρους παραγωγικής μηχανής, ενός γόνιμου πλάσματος που αδιάκοπα και με ταχύτητα προχωράει γεννοβολώντας ποιήματα. Ιδωμένα τώρα πλέον στο σύνολό τους, διαγράφουν την τροχιά του ξεχωριστού αυτού ποιητή από το 1962 (πρώτη συλλογή) μέχρι και το 2016 (τελευταία). Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από συλλογή του της δεκαετίας του 1980 και παραπέμπει ειρωνικά στα σκορπισμένα σκουπίδια με τα οποία μοιάζει, κατά τον Ηράκλειτο, ο «κάλλιστος» κόσμος μας.

Το ομότιτλο του υπό συζήτηση βιβλίου ποίημα ξεκινάει με τον στίχο «Σκουπίδια η ομορφιά του κόσμου…», για να τελειώσει προσθέτοντας «Σκόρπια σκουπίδια η ομορφιά του κόσμου». Μέσα στο ίδιο το ποίημα γίνεται λόγος για παλαιούς πολιτισμούς και σύγχρονη κακομοιριά, ένα μοτίβο θεμελιώδες για την ποίηση του Γαλάτη. Πρόκειται για μια ποιητική ύλη που τη χωρίζει μια τρίχα από την κοινοτοπία.

Αν διαβάζουμε συνεπώς με αμείωτο ενδιαφέρον και μάλιστα σαν έργο μιας πράγματι συνεχόμενης ροής τον ογκώδη τόμο με τα ποιήματα του Γαλάτη, αυτό οφείλεται στην ικανότητά του να φορτίζει με τρόπο ενδιαφέροντα, να αφηγείται ερεθιστικά την απόλυτη κοινοτοπία. Ο έντονα ιδιοσυγκρασιακός και συχνά ακραία ορμητικός τόνος του δεν χαμηλώνει ούτε στιγμή. Σφυροκοπά τον αναγνώστη, ενώ τα ίδια τα ποιήματα μοιάζει να βγαίνουν από τις οδύνες ενός σώματος που φεύγει τρέχοντας μπροστά, στην αγωνία του να τα ξεφορτωθεί. Αυτή η αδιάλειπτη ένταση και η οδύνη, επικεντρωμένη σε συγκεκριμένες θεματικές και αρθρωμένη γύρω από ευδιάκριτες φωνές, είναι η καθαρτική γοητεία της ποίησής του.

Στο σύνολο των ποιημάτων ξεχωρίζουν τέσσερις φωνές στις οποίες μοιράζεται το ποιητικό εγώ. Εχουμε, ήδη στην αρχή, τον ποιητή που επιχειρεί να αυτοσυγκροτηθεί σε μάλλον ζοφερά για τον ίδιο συμφραζόμενα. Αυτή η φωνή εγκαταλείπεται, και ορθά, σχετικά γρήγορα, καθώς πλάθονται ήδη από το δεύτερο βιβλίο του ευδιάκριτα οι τρεις συνεκτικές, ρωμαλέες προσωπικότητές του: το παιδί της Ζούρτσας (Νέα Φυγαλεία), δηλαδή του μυθικού Μωριά με το τοπίο, την πλούσια οικογενειακή μνήμη και τους ήρωες του ’21· ένα δεύτερο παιδί, εκείνο της μεταπολεμικής και εμφυλιοπολεμικής Καλογραίζας (κρατάμε εν προκειμένω την ορθογραφία του ποιητή), που με τους φίλους και τις φίλες του αλήτευε στους επικίνδυνους δρόμους της εποχής· και τον ενήλικο – πλάνητα της σύγχρονης Αθήνας, που είναι ταγμένος σε μιαν απελπισμένη συμμετοχή και παρατήρηση σκοτεινών όψεων της υποβαθμισμένης πόλης.

Σε αυτά τα τρία πρόσωπα θα πρέπει να προσθέσουμε τον μυθικό Οιδίποδα, που πρωταγωνιστεί στο ωραίο και ώριμο έργο του «Ο Σημειωμένος» (2005), προσφέροντας μια διπλής όψεως μορφή κατάλληλη για αναγνωστικές ταυτίσεις: το εγκαταλελειμμένο μωρό που στοιχειώνει με το κλάμα του τον Κιθαιρώνα και τον τυφλό γέροντα που βρίσκει παρηγοριά στους «κρόκους και τους νάρκισσους του Κηφισού» και στου «Κολωνού τ’ αηδόνια».

Κρατώντας την περί σκουπιδιών προκλητική υπόδειξη, μπορούμε να διαβάσουμε και να ευχαριστηθούμε τον Γαλάτη με τη βοήθεια άλλης μιας «οδηγίας χρήσης», που ο ποιητής παρέχει ρητά στο ποίημα «Οι χρήσεις» (2005). Ξεκινάει, αν σωστά διαβάζω, εξυμνώντας με αυτοσαρκασμό την ποίησή του ως συλλεκτική έξη: «Κανείς δεν θα μπορούσε να πιστέψει/ με πόσο μόχθο συγκεντρώθηκαν/ και τι λατρεία της ομορφιάς, τι πάθος κρύβουν/ οι συλλεκτικές μου ευτέλειες». Και τελειώνει με μια γείωση τριπλής λειτουργίας, αφού διαβάζεται αφενός ως προσγείωση, αφετέρου ως μόνωση απέναντι στην πεζότητα και, τέλος, ως επιχείρημα υπέρ της χρησιμότητας της ποίησης: «Κυρίως όμως χρήσεις/ αδιαφορώντας πια οριστικά/ για κάθε δυνατή αθανασία».