ΒΙΒΛΙΟ

Η Επανάσταση του ’21 στη διεθνή αρένα

Ο Βρετανός ιστορικός Ρόντερικ Μπίτον εξετάζει την παγκόσμια σημασία και ιδιαιτερότητα του Αγώνα των Ελλήνων

Η Επανάσταση του ’21 στη διεθνή αρένα

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιώρα το βιβλίο του Ρόντερικ Μπίτον με τίτλο «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και η παγκόσμια σημασία της», σε μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου. Το βιβλίο ήδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιώρα στα αγγλικά, στη σειρά Modern Greek Classics, από τον Ιούλιο του 2021. Σε αυτό, ο επιφανής Βρετανός ιστορικός ανατέμνει τη θέση της Επανάστασης στη διεθνή αρένα της εποχής της, μια «εποχή επαναστάσεων». Oπως αναρωτιέται ο συγγραφέας, πού βρίσκεται, όμως, η Ελλάδα μέσα σε αυτή τη μακρόχρονη και σε γενικές γραμμές γνώριμη ιστορία; Πώς εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο η Ελληνική Επανάσταση του 1821;

Η «Κ» προδημοσιεύει ένα απόσπασμα από αυτό το σημαντικό βιβλίο.

Προδημοσίευση

«Οι αγγλόφωνοι ιστορικοί του εθνικισμού και των εθνικών κινημάτων συνήθως επιδεικνύουν μεγάλη αμηχανία όταν πραγματεύονται την Ελληνική Επανάσταση. Δύο επιδραστικές μελέτες που κυκλοφόρησαν αμφότερες τη δεκαετία του 1990 εξέφρασαν ρητές επιφυλάξεις για το εάν η περίπτωση της Ελλάδας ήταν πράγματι εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση. Αλλοι παρακάμπτουν εντελώς το ζήτημα, μάλλον αδέξια, ή το αντιμετωπίζουν ως επουσιώδες. Μια μελέτη που περιέχεται στο βιβλίο «Revolutionary Europe» («Επαναστατημένη Ευρώπη»), το οποίο κυκλοφόρησε το 2020, σημειώνει απλώς ότι στην Ελλάδα «ο εθνικισμός και ο φιλελευθερισμός συνενώθηκαν και δημιούργησαν ένα ιδιαίτερο επαναστατικό κίνημα» – χωρίς, ωστόσο, να προβληματίζεται για τις γενεσιουργούς αιτίες του ή την όποια μεταγενέστερη σημασία του.

Οι Ελληνες ιστορικοί επιλέγουν διαφορετική προσέγγιση, όμως και αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη διαδικασία της αποκοπής της Ελληνικής Επανάστασης από τα γεγονότα και τις συνθήκες που επικρατούσαν την ίδια εποχή σε πολλές άλλες περιοχές του κόσμου. Η Ελλάδα ήταν διαφορετική, λένε. Ο συγκεκριμένος τρόπος συγγραφής της ιστορίας ενός έθνους είναι γνωστός ως «εξαιρετισμός» και δεν αποτελεί ίδιον μόνο της Ελλάδας ή των Ελλήνων· για την ακρίβεια, είναι κάτι που συναντάμε σε κάθε έθνος. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη άποψη, το ελληνικό έθνος είχε σχηματιστεί ήδη από την Αρχαιότητα και οι αγώνες της δεκαετίας του 1820 απέβλεπαν στην αποκατάσταση αυτού του έθνους στη θέση που του άξιζε δικαιωματικά. Εκτοτε, η ελληνική ανεξαρτησία αναφερόταν σε τακτική βάση ως «αναβίωση», «αναγέννηση» ή ακόμα και «παλιγγενεσία» της Αρχαίας Ελλάδας. 

Η Επανάσταση του ’21 στη διεθνή αρένα-1
Το βιβλίο του R. Beaton θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά στις 20 Σεπτεμβρίου, σε μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου.

Αργότερα, τις δεκαετίες του 1850 και 1860, οι ιστορικοί Σπυρίδων Ζαμπέλιος και Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος θα εξειδίκευαν και θα επέκτειναν αυτό το αφήγημα, ώστε να του δώσουν μορφή εθνικής «συνέχειας» –με πιο εμβληματική έκφρασή του την εξάτομη «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», η οποία εκδόθηκε από τον δεύτερο εξ αυτών στα χρόνια μεταξύ 1860 και 1877–, ένα αφήγημα που διαιωνίζεται μέσα από έγκυρα ιστορικά έργα μέχρι σήμερα.

Ωστόσο, στο πλαίσιο της τρισχιλιετούς και πλέον ελληνικής Ιστορίας (η οποία αποδεικνύεται από τη συνεχή, γραπτή και προφορική χρήση της ελληνικής γλώσσας), το επίτευγμα της εθνικής ανεξαρτησίας δεν αποτελούσε αναβίωση του παρελθόντος. Στις τρεις και πλέον χιλιετίες καταγεγραμμένης ελληνικής Ιστορίας ουδέποτε προϋπήρξε κάτι που να μοιάζει με το ελληνικό εθνικό κράτος όπως το γνωρίζουμε σήμερα και όπως προέκυψε από την επανάσταση του 1821. 

Η Επανάσταση του ’21 στη διεθνή αρένα-2
Σφραγίδα του Εκτελεστικού Σώματος, 1823 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

 

Οι αρχαίοι Ελληνες, με την εμμονή τους για τις «αυτόνομες», μικρές συνήθως, πόλεις-κράτη, δεν κατάφεραν ποτέ να κάνουν αυτό το άλμα. Το βυζαντινό κράτος, πάλι, παρά τα θρυλικά πλούτη, την ισχύ και τη γεωγραφική του έκταση, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό – και σίγουρα ποτέ δεν επέλεξε να αυτοχαρακτηριστεί «Ελλάς» ή να αποκαλέσει τους κατοίκους του «Ελληνες». Το εθνικό κράτος που γεννήθηκε τις δεκαετίες του 1820 και 1830 ήταν κάτι εντελώς πρωτόγνωρο, τόσο για τους Ελληνες –ακόμα κι αν δεχτούμε τα επιχειρήματα του ελληνικού εξαιρετισμού–, όσο και για την υπόλοιπη ευρωπαϊκή ήπειρο εκείνης της εποχής. 

Αυτό δεν σημαίνει πως οι αρχαίοι Ελληνες δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τη σύγχρονη Ιστορία. Οπως θα δούμε, το «χαρτί» των αρχαίων Ελλήνων θα αποδεικνυόταν ο άσος στο μανίκι των εξεγερμένων της δεκαετίας του 1820. Ομως η διαρκής επίκληση των «αρχαίων προγόνων», τόσο εκείνη την εποχή όσο και μετέπειτα, έχει επισκιάσει μια πολύ σημαντική πραγματικότητα: ότι η ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους δεν επιτεύχθηκε από τους αρχαίους, αλλά από τους σύγχρονους Ελληνες. (…)

Ας δούμε τώρα λεπτομερέστερα τη διεθνή διάσταση της Ελληνικής Επανάστασης. Ο στόχος δεν είναι να υποτιμηθεί ούτε στο ελάχιστο η ανδρεία, η στρατηγική ευφυΐα ή η χαλύβδινη αποφασιστικότητα των Ελλήνων που πολέμησαν στην πρώτη γραμμή. Οι ιστορίες τους έχουν ειπωθεί πολλές φορές και αναμφίβολα θα ειπωθούν πολλές ακόμα στη διάρκεια της 200ής επετείου από την Επανάσταση, αλλά και στο μέλλον. Δίχως τις πράξεις και την επιμονή τους δεν θα είχε υπάρξει διεθνής διάσταση. 

Μήπως, όμως, χωρίς έξωθεν βοήθεια, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ή ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κατέληγαν σαν τον Καραγιώργη της Σερβίας ή τον Μίλος Οβρένοβιτς ή σαν τους ηγεμόνες της Σάμου από το 1834 ώς το 1912 – αποκτούσαν, δηλαδή, την τοπική ηγεμονία του Μοριά ή της Ρούμελης αντίστοιχα, παραμένοντας όμως υποτελείς του Οθωμανού σουλτάνου; Η διαφορά, πιστεύω, έγκειται ακριβώς στη διεθνή διάσταση.»