ΒΙΒΛΙΟ

Οι πότες συμπονετικών συγγραφέων

Παράλληλες, συγκριτικές αναγνώσεις δύο σύγχρονων κλασικών μυθιστορημάτων με «ήρωα» τον αλκοολισμό

Οι πότες συμπονετικών συγγραφέων

Ενα μεσημέρι, ήσυχο και πολύ ζεστό, όπως είναι όλα τα μεσημέρια στην άδεια Αθήνα του Δεκαπενταύγουστου, έβγαλα από την τσάντα κι έστησα με χαρά μπροστά μου στο τραπέζι του καφέ του Νομισματικού Μουσείου τα δύο μου νέα αποκτήματα του Γιόζεφ Ροτ: τον «Σταθμάρχη Φαλλμεράυερ» και τον «Θρύλο του Αγίου Πότη» (αμφότερα από τις εκδόσεις Αγρα).

Κόντρα στη συνήθη παρόρμηση να ξεκινώ από τις ιστορίες αγάπης και τους ανεκπλήρωτους πόθους, άνοιξα πρώτα τον «Θρύλο του Αγίου Πότη». Οταν τον τελείωσα, είχα μεταφερθεί σε ένα σκοτεινό μπιστρό στο Παρίσι του 1934. Ο Αντρέας, ο πότης του Ροτ, μου θύμισε έναν άλλο πότη, του Φάλαντα, τον Ερβιν («Ο πότης», εκδ. Κίχλη).
Ο Αντρέας του Ροτ έχει ξεχάσει ακόμη και το επίθετό του, τυχαία το ανακαλύπτει πάλι, ως αναμνηστικό μιας ζωής που έχει αφήσει πίσω του για τα καλά και για την οποία δεν κάνει καμία αναφορά, ούτε μαθαίνουμε οι αναγνώστες ποτέ πώς ήταν. Ο Ερβιν του Φάλαντα γνωρίζει καλά ποιος είναι και τι διακινδυνεύει να καταστρέψει με το ποτό, περιγράφει με λεπτομέρεια ό,τι ακριβώς αφήνει να χαθεί και συνεχίζει την πορεία του προς την αυτοκαταστροφή, ενώ μαθαίνουμε τα πάντα γύρω από την καθημερινότητά του, το επάγγελμά του, τις προσωπικές του σχέσεις.

Ο ένας, ο Αγιος Πότης, εμφανίζεται ανίκανος να επωφεληθεί από την ανέλπιστη τύχη του, παρόλο που «τίποτα δε συνηθίζουν οι άνθρωποι ευκολότερα από τα θαύματα, αν τύχει και τους συμβούν μια, δυο, τρεις φορές». Αντίθετα, δεν διστάζει να κυλήσει άλλη μια φορά στον κατήφορο, που του επιφυλάσσει ο αλκοολισμός του, και να αφήσει πίσω την καλοτυχία του, που εμφανίζεται με τις μορφές άγνωστων σε εκείνων περαστικών-σωτήρων. Επιμένει να μη σωθεί, ακόμη και όταν ένα κοριτσάκι, που μέσα στη μέθη του το περνάει για την Αγία Τερέζα –η τελευταία του ευκαιρία να αφεθεί στην ανιδιοτελή καλοσύνη ενός παιδιού–, του προσφέρει βοήθεια.

Ο άλλος, ο Ερβιν, δεν φαίνεται να έχει καμία ευκαιρία σωτηρίας, σαν όλα όσα έφτιαξε με κόπο τόσα χρόνια, επιχείρηση και γάμος, να τον καταδιώκουν με μίσος, σαν η ευμάρειά του να ήταν τελικά μια καλοφτιαγμένη παγίδα για να αφεθεί και να κατρακυλήσει στο μόνο που τον ενδιαφέρει τελικά, το σναπς. Εχει καθαρή επίγνωση, όπως και ο Αντρέας του Ροτ, ότι η κατάστασή του είναι ελεεινή, «ακόμα και σήμερα, δεν ξέρω πώς μου ήρθε η ιδέα αυτή – εμένα, που δεν είχα βάλει ποτέ ως τότε σναπς στο στόμα μου, κι ούτε να το μυρίσω καλά καλά δεν ήθελα. Τις μέρες εκείνες άλλαξαν όλες οι συνήθειες της ζωής μου, έγινα αιχμάλωτος μυστικών δυνάμεων και κάτι μου ρούφαγε τη δύναμη ν’ αντισταθώ».

Η διεισδυτικότητα των δύο συγγραφέων στους χαρακτήρες τους είναι ανεπανάληπτη και δεν νομίζω καθόλου ότι οφείλεται μόνο στη δική τους προσωπική καταβύθιση στον αλκοολισμό. Διότι, μακριά από μια έξαρση συναισθήματος και εξωτερίκευσης απελπισίας, που πιθανότατα θα οφειλόταν στο βίωμά τους, ο Ροτ και ο Φάλαντα στέκονται πατρικά, στιβαρά απέναντι στους ήρωές τους.

Τους συμπονούν, μπορούν να κατανοήσουν την αδυναμία τους, ωστόσο δεν είναι οι «πατέρες» εκείνοι που καλύπτουν τα παιδιά τους, όταν λοξοδρομούν, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν με σκοτεινές συγκυρίες και βαθιά τραύματα την κατάντια τους. Ολα τα ελαττώματα των ηρώων τους, όλες οι παλινδρομήσεις τους και οι ταπεινές τους σκέψεις σκιαγραφούνται με ακρίβεια, χωρίς στιγμή να απαξιώνονται, να κρίνονται και, το κυριότερο, να καταδικάζονται γι’ αυτές από τους δημιουργούς τους.

Ο Ροτ και ο Φάλαντα θέλουν να διηγηθούν την ιστορία του Αντρέας και του Ερβιν, και τη διηγούνται όπως όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς, που θαυμάζει και αναφέρει στις «Προδομένες διαθήκες» ο Κούντερα: αφηγούνται μη παίρνοντας οι ίδιοι θέση για την πορεία των ηρώων τους, αντιμετωπίζουν τον αλκοολισμό τους, όπως θα αντιμετώπιζαν μια ανεπαίσθητη αστάθεια του Αντρέας, όταν βαδίζει, ή ένα νευρικό τικ του Ερβιν όταν μιλάει, ακόμη καλύτερα σαν να είχαν οι ήρωες μπλε ή καστανά μάτια ή και οι δύο να κατάγονταν από αγροτικές οικογένειες ή σαν να φοράνε τσαλακωμένα ρούχα. Η ιστορία τους τους ενδιαφέρει πέρα από το γεγονός ότι είναι πιωμένοι, ότι σέρνονται από το ποτό και ολισθαίνουν στο κενό, γιατί καμία ιστορία δεν είναι μόνο αυτό που δείχνει μεγαλειώδες ή αποτρόπαιο, τραγικό ή ηρωικό, μια ιστορία είναι όλες εκείνες οι λεπτές αποχρώσεις των συναισθημάτων και των ιδεών, που διαρκώς μεταβάλλονται, ο ίδιος ο ανθρώπινος χαρακτήρας που ποτέ δεν μένει ο ίδιος.

Διερωτάται ο Κούντερα «ποιο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί ταυτόσημος προς τον εαυτό του;». Το ερώτημα αυτό όσο υπάρχει λογοτεχνία δεν θα απαντηθεί, θα τριβελίζει το μυαλό ευσπλαχνικών με τους ήρωές τους συγγραφέων, όπως ο Ροτ και ο Φάλαντα, οι διαθήκες δεν θα προδίδονται και ο συμπονετικός συγγραφέας θα διηγείται όχι για πότηδες, αλλά για ανθρώπους.
 
* Η συλλογή διηγημάτων «Μονωτική ταινία» της Ελένης Καραμαγκιώλη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός.