ΒΙΒΛΙΟ

Δεν ήταν ένα πράγμα, ήταν κανένα

Το μυθιστόρημα του χαρισματικού Τζιμ Τόμσον, που οδηγείται δίχως δυνατότητα διαφυγής στη σελίδα 250

den-itan-ena-pragma-itan-kanena-561514453

den-itan-ena-pragma-itan-kanena0ΤΖΙΜ ΤΟΜΣΟΝ
«POP. 1280»
μτφρ. Κίκα Κραμβουσάνου
εκδ. Οξύ, σελ. 280

Υπάρχουν συγγραφείς που εμφανίζονται σοβαροί, τίμιοι, με βάθος, αλλά η ηχώ που αφήνουν τα γραπτά τους δεν είναι παρά μια ρηχή αποτύπωση της ζωής, και υπάρχουν συγγραφείς όπως ο Τζιμ Τόμσον. Ο κριτικός Τζέφρι Ο’ Μπράιαν τον είχε αποκαλέσει «Βίπερ Ντοστογιέφσκι». Καθόλου άδικα. Ο Τόμσον ανέλυσε την ανθρώπινη ψυχή, την ατομική κόλαση του καθενός, από την πλευρά ενός κωμωδού μηδενιστή κι έγραφε όσο γρήγορα ο Ρώσος συγγραφέας. Μάλιστα, λέγεται πως για μια περίοδο ολοκλήρωνε ένα βιβλίο τον μήνα. Και είναι αλήθεια. Από τον Σεπτέμβριο του ’52 έως τον Μάρτιο του ’54 πέτυχε μια δαιμονική σοδειά. Κυκλοφόρησε μια ντουζίνα μυθιστορήματα, επιβεβαιώνοντας πως μόνον οι οικονομικές δυσκολίες έχουν την ισχύ να σε κάνουν παραγωγικό. Και ο Τόμσον, ο οποίος έπινε από την εφηβεία, είχε δυο παιδιά να θρέψει και μια καταπιεστική σύζυγο, ήταν αναγκασμένος να γράφει χωρίς ανάσα. Υποχρεώθηκε να συνεργαστεί ως σεναριογράφος με σκηνοθέτες όπως ο Κιούμπρικ ή ο Πέκινπα, μα κανείς δεν άντεξε τις ωμές τομές που άνοιγε η γραφή του.

Αραγε, τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε από ένα μυθιστόρημα όπως το «POP. 1280», που αφηγείται τη βλάσφημη ιστορία ενός διεφθαρμένου, άχρηστου σερίφη; Αν δεν ήταν γραμμένο από τον Τόμσον, λίγα πράγματα. Ωστόσο εδώ, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, κάτι υπερβαίνει τη στοιχειώδη ιστορία. Το βιβλίο μάς επιτίθεται, οι σελίδες του μεγαλώνουν, η σκιά τους έρχεται και μας πλακώνει.

Είναι αλήθεια πως ορισμένα μυθιστορήματα που μιλάνε για την καθημερινότητά μας, δεν λένε τίποτα για εμάς –επειδή περιορίζονται στο θέμα τους κι εξαντλούνται σε αυτό– ενώ κάποια άλλα ξεφεύγουν, σαν σπάνια ποντίκια, από τα σύνορα του είδους τους –όπως το νουάρ, το χόρορ, το παλπ– και σφηνώνουν στις πιο σκοτεινές γωνιές. Σε εκείνες τις μαύρες ζώνες όπου θίγονται τα μεγάλα ζητήματα, τα καίρια ερωτήματα. Τα οποία ένας καλός συγγραφέας ευτυχώς αγνοεί.

Ο Τζιμ Τόμσον έγραφε σε μια αποδεκατισμένη γλώσσα, βασική, με τη βιασύνη κάποιου που μόλις ξύπνησε και προσπαθεί να διασώσει την πλοκή ενός ονείρου προτού θολώσει στο κεφάλι του. Με τη διαφορά πως ήταν ποιητής. Που σημαίνει πως πίσω από κάθε αθυρόστομη αράδα (την οποία δεν θα τολμούσα να παραθέσω στο φύλλο της εφημερίδας), πίσω από κάθε βωμό βίας, μια φωτεινή λάμψη συγκρατεί τις φράσεις για να μην καταρρεύσουν στον λάκκο του κυνισμού. Οσο ακολουθούμε τα βήματα του Νικ Κόρεϊ (βουλιμία, μοιχεία, ραδιουργία, δολοφονία), τόσο πιο πολύ σφίγγουν οι δεσμοί μαζί του. Οσο περισσότερο μεταμορφώνεται σε ασεβή τιμωρό, έναν αντίστροφο Μεσσία που ξεπλένει αμαρτία με αμαρτία, τόσο πιο άνετα μας κλωτσάει από την πραγματικότητα στην οποία βρισκόμαστε (εργασία, οικογένεια, χάος), για να μας εκσφενδονίσει στη μικρή κομητεία που κυβερνά με τον πληθυσμό των 1.281 ψυχών: η τελευταία ψυχή, δική μας.

Ο Τόμσον δεν δουλεύει προσηλωμένος στην ανάπτυξη της ιστορίας. Προτιμά τα κενά που συγκροτούν την ιστορία. Γι’ αυτόν, κάθε ιστορία είναι μια ευκαιρία να στήσει παγίδες. Είναι σαν να σκάβει ύπουλα μικρές αβύσσους μέχρι να φέρει τον ανυποψίαστο αναγνώστη αντιμέτωπο με τον εαυτό του. Κάθε φορά που γελάμε ή τρομοκρατούμαστε (επειδή γελάμε) με τα τιποτένια κατορθώματα του αδίστακτου σερίφη, ένα χαντάκι ξεπροβάλλει κάτω από τα πόδια μας. Η αλήθεια είναι πως ο Τόμσον περιγράφει το ίδιο το κενό. Το κενό του βίου. Τη ματαιότητα. Το αίνιγμα. Διαλέξτε όποιο κλισέ θέλετε.
Το «POP. 1280» δεν είναι ένα σαρκαστικό μυθιστόρημα για τον Κόρεϊ και τον θίασό του – τη γυναίκα του Μίρα, την ερωμένη του Ροζ ή τον αχώνευτο συνάδελφο Κεν Λέισι.

Οχι. Είναι ένα μυθιστόρημα που οδηγείται δίχως δυνατότητα διαφυγής στη σελίδα 250. Στο σημείο βρασμού όπου η ανάγνωση σταματά, η αφήγηση διακόπτεται και το βιβλίο κονιορτοποιεί τις προηγούμενες σελίδες, αναιρώντας τες: «Δεν ήταν ένα πράγμα, ήταν κανένα. Κανένα πράγμα, τίποτα. Η απουσία οποιουδήποτε πράγματος. Το πλήρες κενό». Για να συνεχίσει στην επόμενη σελίδα, ακόμη πιο ενοχλητικά: «Και ξαφνικά ένιωσα πως δεν ήταν εδώ, ήταν παντού, σε κάθε μέρος σαν αυτό εδώ, κάθε μέρος ήταν αυτό εδώ. Και ξαφνικά το κενό γέμισε με ήχο και εικόνα, γέμισε απ’ τη βαβούρα όλων των θλιβερών, όλων των φριχτών πραγμάτων που το ίδιο το κενό δημιουργεί στους ανθρώπους του». Ενα μυθιστόρημα, δείγμα κενού. Μια αυθεντική κόπια του.

Κάπου διάβασα πως ο Γιώργος Λάνθιμος θα μεταφέρει το «POP. 1280» στο σινεμά. Αναρωτιέμαι πώς θα είναι το οπτικό, το ηθικό αποτέλεσμα. Ισως πρόκειται για μια καλή ευκαιρία προκειμένου να προσθέσει στο περίφημο παγωμένο βλέμμα του μια ποιητική αντηρίδα που τόσο έχει ανάγκη και λείπει από τη φιλμογραφία του. Ο σκέτος κυνισμός είναι όπλο εξουσίας. «Το θέτεις πολύ κυνικά, Νικ!» «Κυνικά; Τι λόγο έχω να γίνομαι κυνικός;».