ΒΙΒΛΙΟ

Εκφάνσεις της απώλειας, της απουσίας

Aπόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων «Χρώματα του αποχαιρετισμού», που κυκλοφορεί στις 7 Οκτωβρίου

ekfanseis-tis-apoleias-tis-apoysias-561521290

Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ είχε προκαλέσει αίσθηση στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με το μυθιστόρημά του «Διαβάζοντας στη Χάννα» (εκδ. Κριτική), που έγινε και ταινία με την Κέιτ Ουίνσλετ και τον Ρέιφ Φάινς. Εκτοτε ο Γερμανός συγγραφέας (και νομικός) έχει εκδώσει σειρά βιβλίων (και αστυνομικών) που επίσης ξεχώρισαν. Τώρα, στα ελληνικά κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του με τον τίτλο «Χρώματα του αποχαιρετισμού» (μτφρ. Απόστολος Στραγαλινός). Ενας κύκλος εννέα πολυκύμαντων ιστοριών όπου δεσπόζει το θέμα της απώλειας, της απουσίας, του οριστικού αποχαιρετισμού σε διάφορες και ποικίλες εκφάνσεις. Κυκλοφορεί στις 7 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Κριτική.
Η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα ένα ενδεικτικό απόσπασμα από το διήγημα «Τεχνητή νοημοσύνη». 

Προδημοσίευση

«Εχουν πεθάνει – οι γυναίκες που αγάπησα, οι φίλοι, ο αδελφός και η αδελφή και σε κάθε περίπτωση οι γονείς, οι θείες και οι θείοι. Πήγαινα συχνά στις κηδείες τους πριν από πολλά χρόνια επειδή εκείνο τον καιρό πέθαινε η προηγούμενη από μένα γενιά, κατόπιν σπάνια, και τα τελευταία χρόνια πάλι συχνά επειδή πεθαίνει η δική μου γενιά. 

Πίστευα για πολύ καιρό ότι μια κηδεία βοηθάει στον αποχαιρετισμό του νεκρού. Ο αποχαιρετισμός είναι απαραίτητος· η επίγνωση ότι κάποιος πέθανε εξακολουθεί να μας απασχολεί μέχρι ο αποχαιρετισμός να επιτρέψει στον νεκρό να βρει τη γαλήνη του – όπως κι εμείς τη δική μας. Ομως μια κηδεία δεν βοηθάει. Επιβεβαιώνει στους οικείους τη σημασία του εκλιπόντος και τους επιτρέπει να μοιραστούν λιγάκι τη σημασία του. Στους παρευρισκομένους επιβεβαιώνει την αξία της τελετουργίας, για την οποία θυσιάζουν δυο-τρεις ώρες προκειμένου να δουν και να τους δουν, να αποτίσουν ύστατο φόρο τιμής στον νεκρό και να εκφράσουν τα συλλυπητήριά τους στους οικείους, προσδίδει δε και στους ίδιους κάποια αξία. Μια κηδεία δεν ενδείκνυται για να βοηθήσει στον αποχαιρετισμό. 

Αυτό που βοηθάει είναι η παρουσία τη στιγμή του θανάτου. Το ότι πρόφτασα να δω τον πατέρα μου, που είχε ήδη πεθάνει αλλά βρισκόταν ακόμα ξαπλωμένος στο κρεβάτι και ο εργολάβος κηδειών δεν είχε αρχίσει τον καλλωπισμό του, βοήθησε επίσης. Δεν του είχαν κλείσει τα μάτια και το στόμα, κι η φρίκη του θανάτου, αποτυπωμένη στα τρομαγμένα, ορθάνοιχτα μάτια και στα απογυμνωμένα δόντια, έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου. Ηταν νεκρός. Ακόμα κι όταν ένας νεκρός βρίσκεται πλυμένος και ξαπλωμένος στη νεκρική κλίνη και μοιάζει πιο πολύ φτιαγμένος από πλαστικό παρά από σάρκα και αίμα, o θάνατός του είναι τόσο φανερός, που καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να τον αποχαιρετίσουμε. 

ekfanseis-tis-apoleias-tis-apoysias0
Το βιβλίο του Μπέρνχαρντ Σλινκ (εκδ. Κριτική) αποτελείται από εννέα πολυκύμαντες ιστορίες.

Το γεγονός, όμως, ότι το καταλαβαίνουμε δεν σημαίνει ότι τον έχουμε αποχαιρετίσει ακόμα. Αυτό μόνο ο χρόνος το καταφέρνει. Και είναι παράξενο: Οσο λιγότερο είχαμε συνδεθεί με κάποιον στα χρόνια πριν από τον θάνατό του, τόσο περισσότερο διαρκεί ο αποχαιρετισμός του· όσο περισσότερο είχαμε συνδεθεί μαζί του, τόσο πιο γρήγορα συντελείται. Με τον γείτονά μου διατηρούσαμε μια κάποια φιλική σχέση· ενίοτε προσκαλούσαμε ο ένας τον άλλο για ένα ποτήρι κρασί, εκείνος το καλοκαίρι στο μπαλκόνι του κι εγώ τον χειμώνα μπροστά στο τζάκι μου, και επειδή τα πρωινά βγαίναμε την ίδια ώρα από το σπίτι –εκείνος για τον φούρνο κι εγώ για το περίπτερο–, σχεδόν καθημερινά συναντιόμασταν τυχαία στο κλιμακοστάσιο. Οταν πέθανε, μετά από λίγες μόλις μέρες συνειδητοποίησα ότι οι συναντήσεις και οι προσκλήσεις μας είχαν τελειώσει κι ότι ήταν νεκρός. Τον αποχαιρέτισα και συνέχισα να είμαι θλιμμένος, ήταν όμως μια ήρεμη θλίψη – ένας πόνος μετά από έναν αποχαιρετισμό που είχε συντελεστεί, ένας αποχαιρετιστήριος πόνος. 

Ηταν εντελώς διαφορετικό όταν πέθανε η πρώην γυναίκα μου. Είχε μετακομίσει στην Τσεχία με τον δεύτερο σύζυγό της και παρέμεινε εκεί μετά τον θάνατό του. Τα πηγαίναμε καλά μεταξύ μας και συναντιόμασταν δυο φορές τον χρόνο, την άνοιξη εκεί και το φθινόπωρο εδώ, και μετά τον θάνατό της ένιωθα για πολύ καιρό ότι ζούσε ακόμα κι ότι απλώς εξακολουθούσε να μένει μακριά. Πέθανε τον Απρίλιο, λίγες εβδομάδες μετά την επίσκεψή μου εκεί, και τους επόμενους μήνες δεν υπήρχε με διαφορετικό τρόπο στη ζωή μου ή και έξω από τη ζωή μου απ’ ό,τι τα προηγούμενα χρόνια. Τη σκεφτόμουν επανειλημμένα, ανακαλούσα στη μνήμη κάτι που είχαμε ζήσει ή είχε κάνει ή είχε πει, θυμόμουν κάτι που ήθελα να της διηγηθώ τον Οκτώβριο κατά την επίσκεψή της σ’ εμένα, και με τη σκέψη μου της το διηγούμουν την ίδια στιγμή, και μέσα σ’ όλα αυτά την έβλεπα τόσο ζωντανή μπροστά μου, ώστε η γνώση του θανάτου της παρέμενε κάτι αφηρημένο. Μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι έπρεπε να την αποχαιρετίσω μπήκε ο χειμώνας, και έφτασε ο Απρίλιος του επόμενου έτους για να την αποχαιρετίσω. Και μετά απ’ αυτό τον μακρύ αποχαιρετισμό ήμουν για καιρό ακόμα θλιμμένος – ουσιαστικά η θλίψη δεν τελείωσε ποτέ οριστικά και δεν θα τελειώσει ποτέ οριστικά.