ΒΙΒΛΙΟ

Ποια είναι πραγματικά η μεσαία τάξη;

Πέντε δοκίμια για τα συναισθήματα, τα βιώματα και τις πρακτικές αυτού του μεγάλου και ρευστού κοινωνικού συνόλου

poia-einai-pragmatika-i-mesaia-taxi-561521299

ΠΑΝΑΓΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Περιπέτειες της μεσαίας τάξης – 
Κοινωνιολογικές καταγραφές στην Ελλάδα της ύστερης μεταπολίτευσης
εκδ. Επίκεντρο, 2021, σελ. 424

poia-einai-pragmatika-i-mesaia-taxi0

«Τώρα που αυτός ο μεγάλος πρωταγωνιστής της εποχής της ευμάρειας τείνει να εξαερωθεί, όλοι φωνάζουν τ’ όνομά του», γράφει ο Παναγής Παναγιωτόπουλος για το αντικείμενο της μονογραφίας του. «Κατονομάζουμε μεσαία τάξη (…) ένα σύνολο το οποίο, όταν άνθιζε, το αποκαλούσαμε με άλλα ονόματα. Μικρομεσαίοι, μικροαστοί, λαός, μεσαίος χώρος, μη προνομιούχοι, μέσος Eλληνας, είναι μερικά από τα ονόματα που έπαιρνε ο κοινωνικός αυτός χώρος». 

Αυτή η νέα ορολογία «κυρίως έρχεται να αποτυπώσει μια κοινωνική ιστορία που πλέον διαβάζεται περισσότερο στη νεωτερική διάστασή της παρά μέσα από το σχήμα της υποανάπτυκτης μικροαστικής χώρας της ημι-περιφέρειας. Η επίκληση της μεσαίας τάξης (…) δείχνει μια αναθεώρηση του τρόπου που βλέπει η ίδια η κοινωνία τον Εαυτό της. Και που προσπαθεί να τον φανταστεί στο μέλλον».

Ετσι ξεκινά το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, που αναφέρεται στον κοινωνικό χώρο της μεσαίας τάξης στη σύγχρονη Ελλάδα. Εχει προηγηθεί ένα κεφάλαιο για «τα κοινωνικά συναισθήματα της μεσαίας τάξης στον δυτικό κόσμο» και ακολουθούν άλλα τρία: για τη «συνήθη ελληνική οικογένεια» ως μηχανισμό κοινωνικής συναίνεσης, για τη διαίρεση και τις ανισότητες της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα της ανασφάλειας, και για τις «αρνήσεις και αποκρύψεις» στις κοινωνικές επιστήμες γύρω από τα ζητήματα του βιβλίου. Πρόκειται για πέντε μεγάλα δοκίμια που μπορούν να διαβαστούν και αυτοτελώς, και που όλα μαζί αποτελούν μια πολυπρισματική θεώρηση για τα συναισθήματα και τις πρακτικές αυτού του μεγάλου και ρευστού κοινωνικού συνόλου.

Ο συγγραφέας εστιάζει κυρίως στα βιώματα, στα συναισθήματα και στις αξίες, και πολύ λίγο σε εισοδηματικά δεδομένα ή επαγγελματικές ταξινομήσεις. Συνδέει όμως την υποκειμενική αντίληψη με το υλικό περιβάλλον και με την οικονομία στη μικρή κλίμακα, εκεί όπου το ιδιωτικό συναντά την κοινωνική συμβίωση. Παράδειγμα, η παρατήρησή του για το μετρό της Αθήνας, όπου στο απόγειο της περιόδου της ευδαιμονίας, λίγο πριν από τη μεγάλη κρίση, η αποβάθρα ήταν «πεδίο εμπειρίας όπου ο καθένας ξεχωρίζει ελαφρώς, μέσα σε ένα κοινό πλαίσιο του επιτρεπτού και μιας κοινής κουλτούρας της δημόσιας καθημερινότητας, χωρίς κανείς να μπορεί να διακρίνει με ευκολία την κοινωνική και επαγγελματική ταυτότητα του διπλανού του». Η φωτογραφία του εξωφύλλου αναφέρεται σε αυτό.

Παράδειγμα και οι παρατηρήσεις για την ελληνική πολυκατοικία, όπου, ανάλογα με την εποχή και την περίσταση, συστεγάζονται οι γενιές της αντιπαροχής και της κοινωνικής ανόδου του μεταπολέμου, ζουν τον έρωτα και τον ιδιωτικό βίο της νεωτερικότητας οι οικογένειες της διπλής σταδιοδρομίας την εποχή της ευμάρειας, και βιώνουν την πολυπολιτισμική μετάλλαξη της πόλης όσοι κατέρχονται κοινωνικά την εποχή της ανασφάλειας.

Λείπει από την περιγραφή της μικρής κλίμακας ο χώρος της εργασίας, με τον τρόπο π.χ. που τον περιγράφει ο Ρίτσαρντ Σένετ για την Αμερική. Ισως αυτό να είναι τυφλό σημείο του συγγραφέα, ίσως, πιθανότερο, να οφείλεται στο ότι γενικά λείπουν τέτοιες μελέτες από την ελληνική βιβλιογραφία. Η έλλειψη πηγάζει, σε κάποιο βαθμό, και από μια ιδιαιτερότητα της ελληνικής κοινωνίας: την «πολυσθένεια» των ατόμων και ιδίως των οικογενειών. Στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες, μέχρι πρόσφατα, μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει υποομάδες της μεσαίας τάξης από τον διακριτό τους ρόλο στην παραγωγή: μικροέμποροι, εξειδικευμένοι τεχνίτες, ελεύθεροι επαγγελματίες, στελέχη ενταγμένα σε ιεραρχίες επιχειρήσεων. Η ένταξη σε κάθε ομάδα είχε διαφορετικά οικογενειακά προαπαιτούμενα, διαφορετικά ρίσκα, και τα μέλη της είχαν διαφορετικές αξίες και παραστάσεις ζωής. Στην Ελλάδα, οι οικογένειες συνδυάζουν συχνά όλους αυτούς τους ρόλους και τα μέλη μπορεί να μοιράζουν τον χρόνο τους σε πάνω από μία υποομάδα, αντίστοιχα.

Η οικογένεια ως κύτταρο της οικονομικής ζωής, μεταξύ άλλων λειτουργιών, είναι το αντικείμενο του τρίτου κεφαλαίου, όπου η κοινωνιολογία συναντά την πολιτική οικονομία, συνδυάζοντας τη δημόσια πολιτική με την ιδιωτική σφαίρα. Το ιδιόμορφο κοινωνικό κράτος της Ελλάδας παρείχε δυσανάλογους πόρους στους ηλικιωμένους, με τη μορφή συντάξεων, και σχεδόν καθόλου στους νέους άνεργους και εργαζομένους ή στους γονείς μικρών παιδιών. Παράλληλα, η εκτεταμένη μικροϊδιοκτησία (άλλη εθνική ιδιομορφία) ήταν συνήθως στα χέρια των μεγάλων, μέχρι να τους κληρονομήσουν οι επόμενοι, ή μέχρι οι γονείς να αποφασίσουν να τη μεταβιβάσουν σε αυτούς.

Με τον τρόπο αυτόν, οι μεγάλοι μπορούν να ελέγχουν τη ζωή των νέων, παρέχοντας πόρους έναντι ανταλλαγμάτων, που «αφορούν σε όσα εξασφαλίζουν τη φυσική και ψυχική εγγύτητα των γενεών, καθώς και την υψηλή εποπτεία των σχεδίων ζωής των νεότερων από τους μεγαλύτερους». Οπως γράφει μία από τις πάμπολλες διαφωτιστικές υποσημειώσεις: «Περίπου το 60% των ατόμων 65+ συνυπάρχει με ένα από τα παιδιά του (στο ίδιο νοικοκυριό ή κτίριο) ή σε απόσταση μικρότερη του ενός χιλιομέτρου».

Πριν συμβούν αυτά, όσο τα παιδιά είναι μικρά, οι γονείς αγωνιούν και επενδύουν πολύ στην εκπαίδευσή τους, με την προσδοκία της κοινωνικής ανόδου. Κάνουν θυσίες γι’ αυτά. Με το πέρας των σπουδών, έρχεται η ώρα του ανταλλάγματος. Το οικογενειακό συμβόλαιο έχει, συνεπώς, δύο πόλους, αυτόν της ελεγχόμενης χειραφέτησης των νέων όσο είναι μικροί και αυτόν όπου η οικογένεια ρυθμίζει θεμελιώδη βιογραφικά ζητήματά τους όταν μεγαλώσουν. Η ανάδειξη αυτού του μηχανισμού είναι, νομίζω, πρωτότυπη και έχει μεγάλη ερευνητική αλλά και πρακτική αξία.

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, σκέφτομαι ένα μέτρο που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ: καταργείται ο φόρος για γονικές παροχές αξίας μέχρι 800.000 ευρώ (όχι όμως και ο αντίστοιχος φόρος κληρονομιάς). Η ανάλυση του Παναγιωτόπουλου μας επιτρέπει να δούμε τα ενδεχόμενα αποτελέσματα του μέτρου με νέο τρόπο. Αντί να μείνουμε μόνο στο δημοσιονομικό ισοζύγιο ή στην ταξική εστίαση μιας τέτοιας φοροαπαλλαγής, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτό ίσως αλλάξει προς όφελος των νέων το οικογενειακό συμβόλαιο. Εχουν τώρα ένα πρόσθετο επιχείρημα να ζητήσουν ένα μέρος της οικογενειακής περιουσίας πιο νωρίς, πράγμα που θα τους επιτρέψει να επενδύσουν σε δική τους δραστηριότητα. Θα ενισχυθεί έτσι ο δυναμισμός της οικονομίας. Αυτή η νέα οπτική πάνω σε μια κοινότοπη φορολογική ρύθμιση καταδεικνύει, νομίζω, την πρακτική σημασία της καλής, διεισδυτικής κοινωνιολογίας, όπως αυτή που ασκεί ο συγγραφέας.

poia-einai-pragmatika-i-mesaia-taxi2
Στο απόγειο της περιόδου της ευδαιμονίας, η αποβάθρα του μετρό ήταν «πεδίο εμπειρίας όπου ο καθένας ξεχωρίζει ελαφρώς, μέσα σε ένα κοινό πλαίσιο του επιτρεπτού και μιας κοινής κουλτούρας της δημόσιας καθημερινότητας, χωρίς κανείς να μπορεί να διακρίνει με ευκολία την κοινωνική και επαγγελματική ταυτότητα του διπλανού του». Φωτ. SHUTTERSTOCK

Οι τρεις κυρίαρχες σχολές

Το πέμπτο κεφάλαιο καταγράφει τις τρεις κυρίαρχες σχολές στην έρευνα για την ελληνική κοινωνία: α. Τον φιλελεύθερο αντι-λαϊκισμό, που βλέπει το ορθολογικό οικονομικό άτομο ως το ιδανικό μέτρο σύγκρισης και την ελληνική περίπτωση ως εκχυδαϊσμένο καταναλωτισμό και συμπεριφορικό αρχαϊσμό. β. Τους διάφορους αντικαπιταλισμούς που ασχολούνται με μια κοινωνική συλλογική ταυτότητα, που έχει αλλοτριωθεί από τον καπιταλισμό, και προτείνουν την αναβίωσή της. γ. Τις θεωρίες των (πολλών) ταυτοτήτων, επηρεασμένες από τις αντι-αποικιακές σπουδές, όπου το ιδιωτικό είναι πάντα και πολιτικό, το σώμα της κοινωνίας πάσχει καθώς «υποδέχεται και απορροφά την εξουσία του κεφαλαίου, του κράτους, της λευκής φυλετικής ανωτερότητας και της ανδρικής επιβολής».

Αυτό που έχει υποβαθμιστεί είναι η μελέτη για την κοινή εμπειρία και τα κοινά στοιχεία ταυτότητας των μεσαίων στρωμάτων, όχι σαν στρεβλώσεις και αποκλίσεις από κάποιον ιδεατό τύπο, αλλά σε διάλογο με τις ομόλογες εξελίξεις στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. Ο συγγραφέας αναφέρει, όμως, μερικά πρόσφατα καλά δείγματα αυτής της ερευνητικής ατζέντας. Το δικό του βιβλίο εντάσσεται σε αυτήν. Θα αναγνωριστεί, πιστεύω, ως ένα από το πιο σημαντικά κείμενα της ελληνικής κοινωνιολογίας της ρευστής εποχής που διανύουμε.

 
* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι εταίρος στο κεφάλαιο επενδύσεων τεχνολογίας Big Pi και στον ελεύθερο χρόνο του μελετά την πολιτική οικονομία της Ελλάδας.