ΒΙΒΛΙΟ

Κοσμοπολιτισμός, εθνικισμός και λαϊκισμός στην ελληνική μουσική

kosmopolitismos-ethnikismos-kai-laikismos-stin-elliniki-moysiki-2004716

Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή και υπέμεινε επί τέσσερις αιώνες τον οθωμανικό ζυγό. Αυτό αρκεί στους περισσότερους ώστε να δικαιολογήσουν τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν οι θεσμοί στη χώρα μας και τους προνεωτερικούς χειρισμούς ενός κράτους, το οποίο κατά τα λοιπά αναπαρήγαγε το ευρωπαϊκό πρότυπο. Σε τομείς που αφορούν την οικονομία και την πολιτική υπάρχουν αρκετές και σημαντικές μελέτες που αντιμετωπίζουν το ζήτημα. Στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών είναι σημαντικά λιγότερες, ο δε χώρος της μουσικής αποτελεί μέχρι πεδίο εντονότατης διαμάχης. Το ψευδεπίγραφο ερώτημα σχετικά με το εάν η έντεχνη μουσική αποτελεί μέρος της ελληνικής παράδοσης επανέρχεται τεχνηέντως ανά τακτά διαστήματα με στόχο να αμφισβητήσει την αυτονόητη στήριξη της μουσικής αυτής από την πολιτεία μέσα από θεσμούς και χρήματα.
 

Ταξική διάσταση

Η ταξική διάσταση που δόθηκε στην έντεχνη μουσική ήδη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, προσδιόρισε τα πράγματα. Από την αρχή η κλασική μουσική και η όπερα εκχωρήθηκαν σε ιδιώτες, με χρήματα των οποίων ανεγέρθηκαν τα πρώτα θέατρα, τα πρώτα ωδεία, οι πρώτοι μελοδραματικοί θίασοι. Το κράτος ουδέποτε θέλησε να σχετιστεί με την ελιτίστικη τέχνη που εισήγαγαν οι Βαυαροί. Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, το πρώτο και μοναδικό κτίριο λυρικού θεάτρου της χώρας, το οποίο πρόκειται να στεγάσει τον εθνικό μελοδραματικό θίασο ανεγείρεται και πάλι από ιδιώτες. Σε άλλες βαλκανικές χώρες που υπήρξαν εξίσου υπό οθωμανικό ζυγό και βρίσκονται επίσης ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά.

Θεοδωράκης, Χατζιδάκις

Ο Μάρκος Τσέτσος, αναπληρωτής καθηγητής Αισθητικής της Μουσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έχει ασχοληθεί διεξοδικά με το θέμα και έχει σαφείς απόψεις. Αναφέρεται στον ρόλο του Μανώλη Καλομοίρη, κορυφαίας μορφής στα ελληνικά μουσικά πράγματα κατά τον 20ό αιώνα και εξηγεί τη συμβολή του στη διαιώνιση του καθεστώτος της ιδιωτικής εκπαίδευσης αλλά και τη στάση του, η οποία προκάλεσε όξυνση των ανταγωνισμών και των διαιρέσεων στο εσωτερικό της νεοελληνικής μουσικής ζωής. Μιλάει για την έξοδο του ρεμπέτικου από το περιθώριο και το εγχείρημα του Μίκη Θεοδωράκη να ανασυστήσει τα είδη της δυτικής έντεχνης μουσικής πάνω στα θεμέλια των υλικών και των μορφών του λαϊκού τραγουδιού. Αναφέρεται στον κρίσιμο ρόλο του Μάνου Χατζιδάκι φτάνοντας ώς το κλείσιμο της «Ορχήστρας των Χρωμάτων».

Αναπόφευκτα, ο Τσέτσος πραγματεύεται το ελληνικό εφεύρημα του αποκαλούμενου «έντεχνου ελληνικού τραγουδιού» και την επιχειρηματολογία του λαϊκισμού, η οποία έχει οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερες στρεβλώσεις κατά τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Αναφέρεται στον μικροαστικό δημόσιο λόγο, που φοβάται διαφοροποιήσεις, ιεραρχήσεις και ξεκάθαρους προσδιορισμούς, ενώ αγαπά την εννοιολογική σύγχυση, τα μισόλογα και εντυπωσιακές εξισώσεις του τύπου «ο Τσιτσάνης είναι ο Μπαχ της Ελλάδας». Μέσα από μία σειρά δοκιμίων σκιαγραφεί την πορεία από τον μουσικό κοσμοπολιτισμό του 19ου αιώνα, στον μουσικό εθνικισμό του πρώτου μισού του 20ού και τον μουσικό λαϊκισμό των τελευταίων δεκαετιών, συνδέοντας τις εξελίξεις άμεσα με την πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση της χώρας.

Ο Μάρκος Τσέτσος ανήκει σε εκείνους τους πανεπιστημιακούς, οι οποίοι αισθάνονται εξίσου καλά στον διαμεσολαβητικό ρόλο ενός αρθρογράφου: με άλλα λόγια χειρίζεται πολύ καλά τον λόγο και γνωρίζει τον τρόπο να μεταφέρει σύνθετα επιστημονικά θέματα σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό που ενδιαφέρεται για το θέμα αλλά δεν διαθέτει τις εξειδικευμένες γνώσεις. Οποιος ενδιαφέρεται για παραπέρα ενασχόληση με το θέμα θα βρει την πλούσια βιβλιογραφία του ιδιαίτερα χρήσιμη.

Μάρκος Τσέτσος, Νεοελληνική μουσική. Δοκίμια ιδεολογικής και θεσμικής κριτικής, Παπαγρηγορίου-Νάκας, Αθήνα 2013, 176 σελ.