ΒΙΒΛΙΟ

Ο Ελβετός Μαιγκρέ

o-elvetos-maigkre-2008125

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΓΚΛΑΟΥΖΕΡ
Στα δίχτυα του Μάττο
μτφρ., επιμ., επίμ.: Γ. Καλλιφατίδης
εκδ. Νεφέλη, σελ. 422

Eπρεπε ν’ απελευθερωθούν πρώτα τα συγγραφικά δικαιώματα του Φρίντριχ Καρλ Γκλάουζερ (1896-1938) για να αποφασίσει ένας εκδοτικός οίκος να παρουσιάσει, επιτέλους, αυτόν τον σημαντικό Ελβετό, και Ευρωπαίο συνάμα, συγγραφέα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, που όσο απαξιωτικά στην αρχή ήξερε να αναφέρεται στην αστυνομική λογοτεχνία, άλλο τόσο διθυραμβικά μπορεί να την υποδέχεται στο τέλος. Αρχής γενομένης με το «Στα δίχτυα του Μάττο» («Matto regiert»), οι εκδόσεις Νεφέλη σκοπεύουν να εκδώσουν και άλλους τίτλους από το μεστό και πολυσχιδές έργο του Γκλάουζερ, που εν μέρει επηρεάστηκε από τον Σιμενόν και εν μέρει επηρέασε τον Ντίρενματ, τουλάχιστον στο κομμάτι της αστυνομικής πλοκής των έργων του. Η ζωή του, ο «βίος και η πολιτεία του Φρ. Γκλάουζερ», διαβάζεται όπως ένα περίτεχνο αστυνομικό και περιπετειώδες μυθιστόρημα, απ’ όπου δεν απουσιάζουν ο πρόωρος θάνατος της μητέρας, η πατρική αυταρχικότητα και απόρριψη, οι απόπειρες αυτοκτονίας, οι ντανταϊστές (Χ. Μπαλ, Ε. Χένινγκς), τα ναρκωτικά, κυρίως η μορφίνη (η «Μο», όπως την αναφέρει), η ψυχανάλυση, οι περιπλανήσεις στην Ευρώπη, τα αναμορφωτήρια και τα ψυχιατρικά άσυλα, οι γυναίκες που αναπληρώνουν τη μητρική στοργή και φροντίδα, αλλά και η Λεγεώνα των Ξένων (όπου υπηρέτησε, καταγράφοντας τις εμπειρίες του στο μυθιστόρημα «Γκουράμα»).

Τα πρώτα έργα του περιλαμβάνουν διηγήματα και κριτικές, που δημοσιεύτηκαν σε γαλλόφωνα και γερμανόφωνα έντυπα. Αρκετά μυθιστορήματα τυπώθηκαν στην παράδοση του roman feuilleton, σε συνέχειες, ενώ το σύνολο του έργου του κυκλοφόρησε μετά θάνατον σε αρκετούς ελβετικούς εκδοτικούς (Arche, Limmat, Unionsverlag, Diogenes) και πολλαπλές εκδόσεις, για να αποκατασταθεί αργότερα (μαζί με τον Ρόμπερτ Βάλζερ) ως ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους συγγραφείς του Μεσοπολέμου, που συγγενεύει ως «απροσάρμοστο, ανήσυχο πνεύμα» με τον Ζαν Ζενέ, κάνοντας τη λογοτεχνία «άσυλό» του, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Ούγκο Λέτσερ (Hugo Loetscher), στο σχετικό άρθρο του για τον Γκλάουζερ, από τα κείμενά του για τη λογοτεχνική Ελβετία. Στον Γκλάουζερ, όσο σε λίγους συγγραφείς, η ζωή του διαβάζεται σαν «μαύρο και περιπετειώδες» μυθιστόρημα, με αστυνομικά και ψυχολογικά μοτίβα, και το έργο του παραμένει δύσληπτο χωρίς την πρόσβαση στη βιογραφία του.

Ο αρχιφύλακας Γιάκομπ Στούντερ αποτελεί την κεντρική φυσιογνωμία στα αστυνομικά μυθιστορήματα του Γκλάουζερ, στα πρότυπα του Ζορζ Σιμενόν, που, όπως κι ο ίδιος εξομολογείται, θα τον επηρεάσει στη λογοτεχνική σύλληψη μιας παράδοξης για την αστυνομική λογοτεχνία «πατρικής» φιγούρας (ως λογοτεχνικού «ερζάτς» της πατρικής περιφρόνησης), που θα εμπεδωθεί στις προτιμήσεις του κοινού χάρις και στην κινηματογραφική του μεταφορά ήδη από το 1939. Ο Στούντερ είναι ένας «Μαιγκρέ της Βέρνης», 15 χρόνια αργότερα θα συναντήσει τον επιθεωρητή Μπέρλαχ του Ντίρενματ, αλλά, σχεδόν ανεξήγητα, λίγα χρόνια μετά, θα «συναντηθεί» με τον επίσης αντισυμβατικό αστυνόμο Μπέκα του Γιάννη Μαρή.

Εγινε ταινία

Το «Στα δίχτυα του Μάττο» είναι ουσιαστικά το τέταρτο αστυνομικό μυθιστόρημα του Γκλάουζερ. Γράφτηκε την περίοδο 1935-36, εκδόθηκε στη Ζυρίχη από τον εκδοτικό οίκο Jean Christophe Verlag, επανεκδόθηκε με νέα επιμέλεια το 1943, αφού αφαιρέθηκαν σημεία θεωρούμενα επίμαχα σχετικά με τη χιτλερική Γερμανία (αποκαταστάθηκαν πλέον, ενώ συμπεριλαμβάνονται και στην ελληνική μετάφραση), και τέσσερα χρόνια αργότερα θα μεταφερθεί με επιτυχία στον κινηματογράφο. Εδώ αποτυπώνεται ανάγλυφα, δεν σκηνοθετείται απλώς, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του άσυλου (ο Γκλάουζερ έχει ιδία εμπειρία), απ’ όπου εξαφανίζεται ένας (ψυχ)ασθενής μαζί με τον διευθυντή της ψυχιατρικής κλινικής. Ενα νυχτερινό τηλεφώνημα διακόπτει τον ύπνο του υπαστυνόμου Στούντερ, που θα αναλάβει την εξιχνίαση της υπόθεσης, με τη βοήθεια του υποδιευθυντή Λαντούνερ, ενός ιατρού με προοδευτικές αντιλήψεις. Η έρευνα θα συμπεριλάβει συνομιλίες με εγκλείστους και νοσοκόμους, συνομιλίες και κοινωνιογράμματα σχετικά με το ίδρυμα και τους θεραπευόμενους, όπου καταγράφονται οι (δια)ταραγμένες σχέσεις τους, σε αναζήτηση του υπόπτου, απόκοσμου «ασθενούς, όχι παράφρονα». Το ίδρυμα ως «μικρόκοσμος» και ως μεταφορά για μία κοινότητα που χάνει τους αρμούς και τον ειρμό της (όπως στους «Φυσικούς» του Φρ. Ντίρενματ), η παράνοια ως σημείο φυγής και προοπτική, η μυθιστορία σαν «οδηγίες χρήσεως» μιας ζωής κατεστραμμένης, το «άσυλο» ως καταφύγιο, αλλά και «εργαστήριο ψυχών», το (γυμνό) ασυνείδητο ως κινητήριος μοχλός και το «αστυνομικό» ως κίνητρο, για να περιγράψει «τον αγώνα του ανθρώπου με τη μοίρα του», όπως αναφέρει στην «Ανοιχτή επιστολή για τις 10 εντολές περί του αστυνομικού μυθιστορήματος» (1937).

Ταυτόχρονα, διάχυτες υποψίες και ενδιάμεσες ανατροπές, μια διαρκής ακροβασία ανάμεσα στη διαίσθηση, στον εγκλεισμό και στην «τρέλα που κυριαρχεί», στοιχεία που συγκροτούν τον βιωμένο κόσμο του Γκλάουζερ, του «συνήγορου των φτωχοδιάβολων», όπως χαρακτηρίστηκε, και όλα συνθέτουν ένα κλασικό, ατμοσφαιρικό (δομικό στοιχείο της αφηγηματικής στρατηγικής του) αστυνομικό μυθιστόρημα ως πρόσχημα, που δυναμιτίζει τον συντηρητισμό της «ελβετικότητας» και θεμελιώνει τον «νέο ρεαλισμό» στην αστυνομική λογοτεχνία, στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο.

Η μετάφραση υπερβαίνει γόνιμα τις ιδιαίτερες δυσκολίες του ύφους, του ρυθμού, καθώς και του ιδιολέκτου της Βέρνης, και η πρώτη έκδοση, μαζί με το διαφωτιστικό επίμετρο του μεταφραστή, ανταποκρίνεται επάξια στην αδιαμφισβήτητη αξία ενός σημαντικού συγγραφέα, που έβλεπε στη λογοτεχνία τη λύτρωση και στην «ποιητική απόχρεμψη του ασυνείδητου» το ανάχωμα μπροστά στο φάσμα της τρέλας.