ΒΙΒΛΙΟ

Κανένας δεν είναι πιο αυστηρός από εμένα για τη δουλειά μου

kanenas-den-einai-pio-aystiros-apo-emena-gia-ti-doyleia-moy-2009239

Eχουν περάσει 14 χρόνια από τότε που το πρώτο της μυθιστόρημα, γραμμένο όταν ακόμα ήταν φοιτήτρια Αγγλικής λογοτεχνίας στο Cambridge, της χάρισε την καταξίωση και πάνω από μία δεκαετία από τη συμπερίληψή της στη λίστα με τους 20 καλύτερους νέους Βρετανούς συγγραφείς του λογοτεχνικού περιοδικού Granta. Στα 38 της, η Zέιντι Σμιθ έχει πια καταφέρει να αποδείξει πως το «Λευκό χαμόγελο σε μαύρο φόντο» δεν ήταν ένα πυροτέχνημα, αλλά η αρχή μιας επιτυχημένης και ιδιαίτερα παραγωγικής δημιουργικής πορείας, που μέχρι σήμερα περιλαμβάνει τέσσερα μυθιστορήματα, δεκάδες άρθρα σε έντυπα όπως το New Yorker και το Harper’s Magazine, και βραβεία όπως το Orange και το Somerset Maugham. Ωστόσο, η ερώτηση, που εξακολουθούν να της απευθύνουν συχνότερα από κάθε άλλη οι δημοσιογράφοι, σχετίζεται με το πόσο η απρόσμενη επιτυχία της σε νεαρή ηλικία επηρέασε τη μετέπειτα πορεία της. Για την ίδια, το συγκεκριμένο ερώτημα εμπεριέχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή έχει τις ρίζες του σε μία διαδεδομένη «εμμονή» της εποχής μας.

«Υποψιάζομαι ότι η ιδέα της «δόξας ως φορτίο» έχει μετατραπεί σε κυριαρχική αφήγηση για όλους, μία από τις αγαπημένες μας ιστορίες – σαν ένας καινούριος ελληνικός μύθος. Σχεδόν όλα τα περιοδικά, για παράδειγμα, ανατυπώνουν κάθε βδομάδα αυτή την ιστορία σε ποικίλες μορφές» υποστηρίζει. «Υπάρχει η μαζική εμμονή με τη δόξα, που υποτίθεται πως συνιστά απόδειξη της κενότητάς μας – αλλά έχω την εντύπωση πως κάθε εννιάχρονο παιδί επιθυμεί τη δόξα και ταυτόχρονα αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι είναι κενή και επικίνδυνη. Γνωρίζουμε ότι ο Νάρκισσος ήταν αφελής, αλλά η γνώση ποτέ δεν μας εμπόδισε να θαυμάζουμε τους εαυτούς μας στον καθρέφτη», συμπληρώνει. Στην πραγματικότητα, υπενθυμίζει η πολυβραβευμένη Βρετανίδα λογοτέχνις, οι προοπτικές ενός νεαρού συγγραφέα δεν απειλούνται από την καταξίωση, αλλά από «την τεμπελιά και την απάθεια», που ενίοτε μπορεί να είναι αποτέλεσμα της επιτυχίας. «Για μένα, το μεγαλύτερο φορτίο είναι η δική μου αίσθηση του γούστου. Κανένας δεν είναι πιο αυστηρός από μένα στην κρίση του για τη δουλειά μου και κανένας δεν επιθυμεί πιο πολύ να τη δει να εξελίσσεται και να βελτιώνεται».

Γεννημένη στο Λονδίνο από Τζαμαϊκανή μητέρα και Βρετανό πατέρα, η Zέιντι Σμιθ εξοικειώθηκε από νωρίς τόσο με τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά χάσματα, τα οποία αναπόφευκτα χωρίζουν τους κατοίκους μιας πολυπολιτισμικής μητρόπολης, όσο και με τις κοινές εμπειρίες, ηθικές αξίες, ελπίδες και φόβους, που τους συνδέουν ως μέρη ενός ποικιλόμορφου συνόλου. Ισως αυτό εξηγεί γιατί το τοπικό στοιχείο διαδραματίζει τόσο σημαντικό ρόλο στα έργα της, είτε πρόκειται για το «δικό» της Λονδίνο -στο «Λευκό χαμόγελο σε μαύρο φόντο»- είτε για ένα φανταστικό προάστιο της Βοστώνης – στο «Στην ομορφιά που χάνεται». Με το τελευταίο της βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο υπό τον τίτλο «Στην καρδιά της πόλης», επιστρέφει ξανά στην αγγλική πρωτεύουσα. Οι ζωές τεσσάρων ανθρώπων με πολύ διαφορετική καταγωγή, τρόπο ζωής και φιλοδοξίες για το μέλλον μπλέκονται εξαιτίας μιας σειράς συμπτώσεων και κωμικοτραγικών γεγονότων στο βορειοδυτικό κομμάτι του Λονδίνου, απ’ όπου προέρχεται και ο τίτλος του βιβλίου στα αγγλικά – «ΝW».

Παρά το έντονο στοιχείο της «τοπικότητας», οι ιστορίες της Σμιθ ασκούν ανάλογη γοητεία σε αναγνώστες με εντελώς διαφορετικά βιώματα από τη συγγραφέα. «Πραγματικά, δεν μπορώ να το εξηγήσω», παραδέχεται. «Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως, όσο πιο εμμονικά τοπική και συγκεκριμένη γίνομαι, τόσο περισσότεροι αναγνώστες μού λένε πως έχουν βιώσει αντίστοιχες εμπειρίες». Ενδεχομένως, το «τοπικό χρώμα δημιουργεί μία αίσθηση αλήθειας» και αμεσότητας, σε αντίθεση με «το είδος της πρόζας, που στοχεύει στο παγκόσμιο», συνεχίζει, υπογραμμίζοντας πως «οι μικρές λεπτομέρειες του Δουβλίνου του Τζόις ή του Παρισιού του Προυστ» κάνουν «τις συγκεκριμένες πόλεις να μοιάζουν με την Αθήνα, το Λονδίνο, τη Ρώμη, τη Νέα Υόρκη, την Ακκρα…». Οι συγγραφείς αγαπούσαν τις πόλεις τους, όπως οι αναγνώστες αγαπούν τις δικές τους. Ισως τελικά «αυτό, στο οποίο ανταποκρινόμαστε, είναι η αγάπη».

Αφόρητη μοναξιά

Φορτωμένοι ανομολόγητα μυστικά και μύχιες σκέψεις, που δεν μπορούν να μοιραστούν ούτε με τους αγαπημένους τους, οι χαρακτήρες τού «Στην καρδιά της πόλης» αποπνέουν μία βαθιά, ορισμένες στιγμές αφόρητη, μοναξιά. Για τη Σμιθ, η μοναξιά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης, αποτέλεσμα μιας διαρκούς σύγκρουσης ανάμεσα στο «πεπερασμένο», δηλαδή τους περιορισμούς της θνητότητας και όλα όσα δεν μπορούμε να ελέγξουμε απόλυτα, και το «αιώνιο» των δυνατοτήτων και της φαντασίας. Η λογοτεχνία μπορεί να αμβλύνει αυτή την αίσθηση, επιτρέποντάς μας να διακρίνουμε «την υπέροχη ένταση της ανθρώπινης ύπαρξης» και να αντιληφθούμε πως «ο αγώνας μεταξύ του εαυτού και του κόσμου δεν βασανίζει μόνο εμάς», όχι όμως και να την εξουδετερώσει: «Δεν πιστεύω ότι θα πρέπει να υπάρχει αντίδοτο στη μοναξιά. Το να νιώθεις αποξενωμένος σημαίνει να νιώθεις άνθρωπος. Οι άνθρωποι, που δεν νιώθουν μοναξιά, είναι εκείνοι τους οποίους πρέπει να φοβόμαστε».

Πλέον μόνιμος κάτοικος Νέας Υόρκης -έχει δηλώσει ότι απολαμβάνει τη γαλήνη, που της προσφέρει η ζωή σε μία πόλη με 30.000 συγγραφείς, όπου κανένας δεν ασχολείται ιδιαίτερα με το πρόσωπο της- η Ζέιντι Σμιθ μοιράζει τον χρόνο της μεταξύ μυθοπλασίας, άρθρων και δοκιμίων. Δεν κρύβει, όμως, ότι το πραγματικό πάθος της είναι τα μυθιστορήματα. Αλλωστε, είναι «πολύ πιο εύκολο να βρεις καλά δοκίμια παρά καλά μυθιστορήματα», επομένως ένα καλό βιβλίο λογοτεχνίας είναι, κατά τη γνώμη της, πιο πολύτιμο από ένα καλό δοκίμιο. «Τα μυθιστορήματα είναι πρόκληση για κάθε συγγραφέα γιατί δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Δεν σου προσφέρουν αυτήν την ικανοποίηση. Προσπαθείς να κάνεις κάποιον να πιστέψει, να δει και να νιώσει – είναι αρκετά διαφορετικό από το να προσπαθείς να τον κάνεις απλά να συμφωνήσει».

Το μυθιστόρημα της Ζέιντι Σμιθ «Στην καρδιά της πόλης» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Τα βιβλία της «Στην ομορφιά που χάνεται», «Συλλέκτης αυτογράφων» και «Λευκό χαμόγελο σε μαύρο φόντο» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ψυχογιός.