ΒΙΒΛΙΟ

Ενα δόγμα για την «καταστροφή»

ena-dogma-gia-tin-katastrofi-2009246

HELENE L’ HEUILLET
Στις πηγές της τρομοκρατίας,
από τον κλεφτοπόλεμο στις επιθέσεις αυτοκτονίας
εκδ. Πόλις, σελ. 368

Στο καλογραμμένο, ευκολοδιάβαστο βιβλίο της, η φιλόσοφος και ψυχαναλύτρια Ελέν Λ’ Εγιέ επιχειρεί μια βυθομέτρηση του φαινομένου της σύγχρονης ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Ανάλογη είναι η δύναμη και η πειστικότητα των επιχειρημάτων της, που αποβαίνουν πράγματι αποτελεσματικά από ηθική-φιλοσοφική καθώς και από ψυχολογική σκοπιά, μοιάζουν όμως χλωμότερα υπό το φως των επιγνώσεων τις οποίες θα επέβαλλε, ενδεχομένως, η Ιστορία, συνεπικουρούμενη από την πολιτική, κοινωνική και οικονομική ανάλυση.

Η Λ’ Εγιέ επιλέγει, πρώτα απ’ όλα, να διαχωρίσει την τρομοκρατία ως σύγχρονη μορφή πολέμου από παλαιότερες –και αριστοκρατικότερες– μορφές του, ακόμη και από την παραδοσιακή επαναστατική βία, όπου ίσχυε, εν πάση περιπτώσει, ένας «κώδικας τιμής». Τον τελευταίο, οι σύγχρονοι ισλαμιστές τρομοκράτες μοιάζει να τον έχουν ολοκληρωτικά απαρνηθεί.

Η Λ’ Εγιέ δεν παραλείπει, σε άλλο σημείο, να φωτίσει την ανατριχιαστική συνάφεια ανάμεσα στο ναζιστικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος και στην ισλαμιστική τρομοκρατία. Το σχετικό κεφάλαιο («Η εξέλιξη του μηδενισμού μετά τον Νίτσε: Ο ναζισμός και ο ισλαμισμός») διαβάζεται πραγματικά απνευστί, καθώς περιγράφεται η συγγένεια ανάμεσα στον μηδενισμό των ναζί, στη δική τους έλλειψη συμπόνιας και στην εκ μέρους τους άρνηση της ανθρώπινης ιδιότητας συγκεκριμένων ανθρώπινων ομάδων, στην τρομοκρατία, τέλος, «από τα κάτω», που εκείνοι καλλιέργησαν, και στις στάσεις και πεποιθήσεις που προϋποθέτει η υποστήριξη και η ενεργή συμμετοχή σε ομάδες όπως η Αλ Κάιντα.

Στο ψυχολογικό επίπεδο, οι ισλαμιστές καμικάζι που, όπως συμβαίνει συχνά στην Παλαιστίνη, είναι παιδιά ή, όπως συμβαίνει στον Δυτικό κόσμο, στρατολογούνται ανάμεσα σε «σοβαρούς νέους με τάσεις μοναχικότητας» επιτελούν, κατά τη συγγραφέα, μια μορφή μητροκτονίας. Ο θάνατος δεν αποτελεί γι’ αυτούς μέσον ή υποκατάστατο, αλλά την κατάληξη μιας ενορμητικής διαδικασίας και την ολοκλήρωσή της. Είναι ηθελημένος και επιθυμητός «ως μέσο εμπέδωσης της ένωσης», μιας ένωσης στην αγάπη που, κατά τεκμήριο, λείπει από τα άτομα αυτά. Το μοντέλο της μητροκτονίας ταιριάζει με την οριζόντια διάχυση-δικτύωση των ομάδων αυτών, με τη δίχως ιδεολογία βία την οποία ασκούν ως αυτοσκοπό («καταστροφή για την καταστροφή»).

Αναφερόμενη στη διάσημη φράση του Ζιλ Κεπέλ, «δεν θα υπήρχε Αλ Κάιντα χωρίς το Διαδίκτυο» (εφημερίδα Le Monde, 2006), η Λ’ Εγιέ φθάνει να ενοχοποιήσει εμμέσως πλην σαφώς την τεχνολογία του Διαδικτύου ως εγγενώς εχθρική προς τη δημοκρατία «καθώς η χρονικότητα του Διαδικτύου δεν συντηρεί τη μνήμη που απαιτείται για την άσκηση της δημοκρατίας».

Εκτός από τα εκτεταμένα κεφάλαια που αφιερώνει στη σύνδεση της σύγχρονης ισλαμιστικής τρομοκρατίας με τον αναρχισμό και τη ριζοσπαστική τρομοκρατία του Σεργκέι Νετσάγιεφ, με τη βοήθεια και των «Δαιμονισμένων» του Ντοστογιέφσκι, η συγγραφέας επιχειρεί επίσης να καταδείξει συνάφειες ανάμεσα στις ανθρώπινες ρουκέτες των φονταμενταλιστών και στον μεσσιανισμό προσωπικοτήτων όπως ο Τολστόι και ο Γκάντι. Ειδικά στην τελευταία περίπτωση το επιχείρημά της δυσκολεύεται ιδιαίτερα να φανεί πειστικό, στον βαθμό που θα δεχόταν κανείς ως θεμελιώδη τη διαφορά των ιστορικών κοινωνικοπολιτικών συμφραζομένων ανάμεσα στην αποικιοκρατούμενη Ινδία και στις (δημοκρατικές) Δυτικές κοινωνίες, υπό την οπτική, ιδίως, της δημοκρατίας και της κρατούσας σε αυτήν έλλογης γλωσσικής διαμεσολάβησης, που επικαλείται γενικά η Λ’ Εγιέ.