ΒΙΒΛΙΟ

Οι Ελληνες της θάλασσας

oi-ellines-tis-thalassas-2010461

ΤΖΕΛΙΝΑ ΧΑΡΛΑΥΤΗ – ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ  (επιμ.)
Ναυτιλία των Ελλήνων, 1700-1821
Ο αιώνας της ακμής πριν από την Επανάσταση
εκδ. Κέδρος, σελ. 888

Αρχικά είχε φανεί ως πράξη εντυπωσιασμού η επιστολή που είχαν στείλει οι Υδραίοι στην Υψηλή Πύλη το 1804, γράφοντες: «τα καράβια μας δεν δουλεύουν μόνο την Ασπρην θάλασσαν, αλλ’ όλας τας θάλασσας, και λεβάντε και πουνέντε, και έξω του Στρέτου τον Ωκεανόν, Αμερικήν, Ολλανδίαν και Ιγγλατέραν, και την Βαλτική θάλασσαν, και πέρυσι εζήτησαν πραγματευταί καράβια μας να αναυλωθούν διά Ινδίας…». Ομως, όπως αποδεικνύει η μακρόχρονη και εκτεταμένη αρχειακή έρευνα που διεξήχθη στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, στον μακρό 18ο αιώνα έως τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, ο στόλος των περίφημων «Greci» ανέπτυξε τις δραστηριότητές του και αναδείχθηκε ο κύριος θαλάσσιος μεταφορέας του εμπορίου του Λεβάντε, διεισδύοντας στις αγορές όχι μόνον της Δυτικής Μεσογείου αλλά και σ’ εκείνες του Ατλαντικού, του Ινδικού Ωκεανού και της Κίνας. Οι επιδόσεις στις μεγάλες θαλάσσιες αποστάσεις και η παράλληλη ανάπτυξη μιας εξωστρεφούς χερσαίας ελληνικής διασποράς από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Β. Ευρώπη, διαμόρφωσε το υπόβαθρο για την Ελληνική Επανάσταση, αλλά και τη βάση ανάπτυξης της σύγχρονης ελληνόκτητης ναυτιλίας και της ξεχωριστής θέσης που κατέχει σήμερα στον κόσμο.

Σύνθεση αρχειακής μελέτης

Η σπονδυλωτή παρουσίαση μελετών που περιλαμβάνει η «Ναυτιλία των Ελλήνων, 1700-1821», γραμμένων από πολλούς Ελληνες και ξένους ιστορικούς συγγραφείς είναι η πρώτη που φωτίζει το θέμα με λεπτομέρειες που οφείλονται στη συλλογική έρευνα που διεξήχθη σε πολλές χώρες (με σύνθεση αρχείων από ελληνικές, δυτικοευρωπαϊκές και οθωμανικές πηγές), και που μένει απολύτως μακράν των ντετερμινιστικών και βιολογικών ερμηνειών του τύπου: «το Ελληνικόν Γένος κατά την μακράν περίοδον της δουλείας, ευτυχώς δεν απέβαλεν από τα κύρια αναλλοίωτα χαρακτηριστικά του, την επίδοσιν εις τα θαλάσσια έργα…» και την εν γένει θριαμβολογία περί του κατά θάλασσαν επιχειρείν των Ελλήνων.

Τα πορίσματα του τόμου –και της «Αμφιτρίτης» όπως ονομάστηκε η ηλεκτρονική βάση δεδομένων των ελληνικών πλοίων της περιόδου στα οποία στηρίχθηκε η συνολική έρευνα– τον οποίο επιμελήθηκαν η Τζελίνα Χαρλαύτη, καθηγήτρια Ναυτιλιακής Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, και η Κατερίνα Παπακωνσταντίνου, λέκτορας στο ίδιο πανεπιστήμιο, αναπτύσσονται ισόρροπα σε δύο μέρη.

Στο πρώτο μέρος μελετώνται η ναυτιλία των Ελλήνων και οι θεσμοί της, η εισβολή των «γραικών» στο εμπόριο της Μεσογείου τον 18ο αιώνα, η ανάπτυξη των θαλάσσιων και χερσαίων μεταφορών (με ιδιαίτερη μνεία στη ναυτική πολιτεία του Ιονίου, τους ναυτότοπους, τις ναυτικές οικογένειες και επιχειρήσεις των Ελλήνων υπηκόων της Βενετίας), ο ρόλος του οθωμανικού κράτους, η πειρατεία, οι πόλεμοι αλλά και οι υγειονομικοί θεσμοί που επηρέαζαν το θαλάσσιο εμπόριο εξαιτίας της φρίκης που προκαλούσε στην Ευρώπη η μνήμη του Μαύρου Θανάτου κ.ά.

Το δεύτερο μέρος του τόμου, αξιοποιώντας τα συμπεράσματα της «Αμφιτρίτης», επικεντρώνεται στους τύπους των πλοίων των Ελλήνων, τους ελληνικούς στόλους και τη δράση τους σε συγκεκριμένα λιμάνια, φωτίζει την τεχνολογική προσαρμογή των Ελλήνων επιχειρηματιών της θάλασσας, χαρτογραφεί τα δίκτυα του Αιγαίου, της Μαύρης Θάλασσας κ.λπ. Κυρίως, όμως, αναδεικνύει τον ρόλο των Ιονίων ως «μάνας» της ποντοπόρου ναυτιλίας των Ελλήνων τον 18ο αιώνα, και, ιδιαίτερα, τους στόλους της Κεφαλονιάς και του Μεσολογγίου για την προεπαναστατική και επαναστατική ναυτιλία, αναιρώντας τρόπον τινά τη σχολική άποψη του «τρινήσιου» στόλου (Υδρα, Σπέτσες, Ψαρά). Από τα σχεδόν χίλια ποντοπόρα που κατείχαν οι σαράντα ναυτότοποι του Αιγαίου και του Ιονίου, μόλις τα διακόσια πενήντα ανήκαν στον «τρινήσιο» στόλο.

Στον πλούσιο τόμο και στα θεωρητικά συγκείμενα της οικονομικής ιστορίας, η θάλασσα εισέρχεται ως μέθοδος προσέγγισης και συναντώνται η ρωμαλέα ναυτική δράση με την παγκόσμια οικονομική ιστορία μέσα από νέα οπτική και μεθοδολογία που βλέπει τη ναυτιλία των Ελλήνων ως όλον. Η διαπίστωση του εύρους της ναυτιλίας και των οικονομικών δράσεων των Ελλήνων επαναπροσδιορίζει γόνιμα τη «μετα-Μπροντελιανή» ιστορία της Μεσογείου και τον 18ο «χρυσό» αιώνα της. Και βέβαια, η σπονδυλωτή μελέτη οδηγείται σε ανατροπές της «κεκτημένης» αφήγησης, όπως: στο Ιόνιο και όχι στο Αιγαίο ανήκει η μεγάλη μερίδα του εμπορίου των Ελλήνων στη Μεσόγειο. Ο ελληνικός στόλος ήταν μεγάλος και όχι μικρός στις παραμονές της Επανάστασης. Υπήρξε πολιτική υποστήριξης του εξωτερικού θαλάσσιου εμπορίου και, άρα, των Ελλήνων θαλασσοπόρων επί Σελίμ Γ΄ του επονομαζόμενου Μεταρρυθμιστή. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού θαλασσίου εμπορίου ήταν νόμιμο και όχι πειρατικό. Υπήρξε ιστορική υπερεκτίμηση του ρόλου της Συνθήκης Κιουτσούκ-Καϊναρτζή για την άνοδο του στόλου και των κερδών της οικονομίας της θάλασσας για τους Ελληνες.

Κυρίως, όμως, τα ποσοτικά και γεωγραφικά ευρήματα καταδεικνύουν πως η άνοδος της ναυτιλίας των Ελλήνων δεν οφειλόταν στην αποσπασματική δράση μερικών νησιών που τα ονομάσαμε «προκαπιταλιστικά», ότι δεν ήταν τυχαίο ούτε συγκυριακό φαινόμενο των Ναπολεόντειων Πολέμων, αλλά ότι σχετίστηκε με την παράλληλη άνοδο και επικράτηση του χερσαίου εμπορίου των Ελλήνων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη μεταξύ της Οθωμανικής, Αψβουργικής και Ρωσικής Αυτοκρατορίας.