ΒΙΒΛΙΟ

Γράφοντας για τις ζωές των άλλων

grafontas-gia-tis-zoes-ton-allon-2015685

Ούτε μία ούτε δύο, αλλά σχεδόν τριάντα βιογραφίες συγκεντρωμένες σ’ ένα βιβλίο! Αλλά μην τρομάζετε, δεν είναι χιλιάδες σελίδες, γιατί ο συγγραφέας που επιχείρησε αυτό το εγχείρημα, ο Ισπανός Χαβιέρ Μαρίας, έχει φτιάξει έναν διαφορετικό τύπο βιογραφίας, στην ουσία μια ανατρεπτική πινακοθήκη των μεγάλων μορφών της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το βιβλίο «Γράφοντας τις ζωές των άλλων» (πρόλογος Ελίντε Πιτταρέλλο, μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου) θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Πατάκης και στο σημερινό φύλλο της «Κ» προδημοσιεύουμε μερικά αποσπάσματα.

Ενα βιβλίο στο οποίο ο Χαβιέρ Μαρίας «απελευθερώνει από το μεγαλοπρεπές σιδηρούν προσωπείο της αφθαρσίας συγγραφείς όπως η Μαντάμ Ντυ Ντεφάν και ο Λώρενς Στερν, ο Ιβάν Τουργκένιεφ και ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε και η Ισακ Ντίνεσεν κ.ά. (…) Τούτο ωστόσο δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι ο συγγραφέας έδρασε σαν ιστοριογράφος ή σαν αξιόπιστος βιογράφος. Απεναντίας, αδιαφορώντας για τη μέθοδο που κυνηγάει την αλήθεια, ο Χαβιέρ Μαρίας παραδέχεται εξαρχής ότι όχι μόνο έχει τροποποιήσει κάποια δεδομένα, αλλά και ότι έχει μετατρέψει τις πηγές των πληροφοριών του σε κρυφά δολώματα», λέει στον πρόλογο η Ελίντε Πιτταρέλλο. Μας λέει, με δυο λόγια, ότι ένας συγγραφέας χρησιμοποίησε περίπου ως στοιχείο μυθοπλασίας τις ζωές άλλων, παλαιότερων μεγάλων δημιουργών, θέλοντας όμως «να ξαναδώσει πίσω την ανθρώπινη διάστασή τους». Γι’ αυτό «τόλμη και μέτρο, αυθάδεια και σεβασμός είναι τα συστατικά με τα οποία συντάσσει μικροσκοπικά κωμικά σενάρια, όπου κάθε συγγραφέας πρωταγωνιστεί σε λίγες, σύντομες σκηνές βγαλμένες από τη ζωή του». Οσο για τον ίδιο τον Χαβιέρ Μαρίας, λέει στον πρόλογό του ότι «μακράν της αγιοποίησης και της σεμνοπρέπειας με την οποία μιλάμε συνήθως για τους μεγάλους δασκάλους της λογοτεχνίας, οι ζωές τους έχουν αντιμετωπιστεί με ένα μείγμα αγάπης και ευτράπελης διάθεσης». Ας δούμε κάποια στιγμιότυπα:

Γουίλιαμ Φώκνερ: «Το ενδιαφέρον του για τις επιταγές ήταν πάντα μεγάλο, δίχως όμως αυτό να σημαίνει ότι ο Φώκνερ ήταν άπληστος ή τσιγκούνης. Ηταν μάλλον σπάταλος. Ξόδευε γρήγορα όσα κέρδιζε, κι ύστερα ζούσε με πιστώσεις, ώσπου να φτάσει η καινούργια επιταγή. Πλήρωνε τα χρέη του και ξανάρχιζε να ξοδεύει, κυρίως σε άλογα, καπνό και ουίσκι. Δεν είχε πολλά ρούχα, αλλά όσα είχε ήταν ακριβά. Στα δεκαεννιά του κέρδισε το παρατσούκλι “Κόμης” για την αγάπη του στα ρούχα». (…) «Πάντα έλεγε ότι είχε γράψει το “Αδυτο”, το πιο εμπορικό μυθιστόρημά του, για τα λεφτά: “Τα χρειαζόμουν για να αγοράσω ένα καλό άλογο”. Ισχυριζόταν επίσης ότι δεν επισκεπτόταν συχνά τις μεγάλες πόλεις επειδή δεν μπορούσε να πάει σ’ αυτές με το άλογο»!

Τζόζεφ Κόνραντ: «Ηταν πάντα σε κατάσταση υπερέντασης, και αυτό ήταν η πηγή της οξυθυμίας του, την οποία μετά βίας μπορούσε να ελέγξει, και που ωστόσο, μόλις καταλάγιαζε, δεν άφηνε πίσω της το παραμικρό ίχνος, την παραμικρή ανάμνηση. Οταν η γυναίκα του γεννούσε τον πρώτο τους γιο, Μπόρις, ο Κόνραντ βημάτιζε ταραγμένος πάνω κάτω στον κήπο του σπιτιού. Ξάφνου άκουσε τα σπαρακτικά κλάματα ενός μωρού και, αγανακτισμένος, πλησίασε στην κουζίνα και διέταξε την υπηρέτρια: “Κάνε μου τη χάρη και διώξε αυτό το παιδί! Ενοχλεί την κυρία Κόνραντ!”. Η υπηρέτριά του τότε φώναξε κι εκείνη ακόμα πιο αγανακτισμένη: “Μα το δικό σας παιδί είναι, κύριε!”».

Τζέημς Τζόυς: «Ο κόσμος συνήθιζε να λέει για τον Τζέημς Τζόυς ότι έδειχνε θλιμμένος και κουρασμένος, και ο ίδιος είχε κάποτε περιγράψει τον εαυτό του ως “έναν ζηλιάρη, μοναχικό, ανικανοποίητο, υπερήφανο άντρα”. Ο Τζέημς Τζόυς, λέει ο Χαβιέρ Μαρίας, ήταν προληπτικός και φοβόταν πάρα πολύ τους σκύλους… «Αλλά αυτό που του προκαλούσε τον μεγαλύτερο πανικό ήταν οι καταιγίδες. (…) Ως ενήλικας, οι κακές γλώσσες λένε πως έκλεινε τ’ αυτιά του και συμπεριφερόταν σαν δειλός. Οι καλές το διαψεύδουν και παραδέχονται απλώς ότι, αν η καταιγίδα τον έβρισκε στο δρόμο, έπλεκε με αγωνία τα δάχτυλά του, φώναζε και το έβαζε στα πόδια».