ΒΙΒΛΙΟ

Η μεγαλοσύνη ενός συγγραφέα

i-megalosyni-enos-syggrafea-2019276

Κάποια στιγμή στις αρχές της δεκαετίας του ’70, δύο Αυστραλοί φίλοι επέστρεψαν από την Κολομβία και μου ζήτησαν να γράψω, σαν «συγγραφέας φάντασμα», την ιστορία των περιπετειών τους, στην οποία περιλαμβανόταν μια συζήτηση με έναν άγνωστο συγγραφέα ονόματι Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Στην προσπάθειά τους να εξουδετερώσουν την απροθυμία μου, μου δάνεισαν μια αγγλική έκδοση του βιβλίου του «Εκατό χρόνια μοναξιά». Κανένας μας δεν συνειδητοποίησε τότε ότι εκείνη η χειρονομία θα άλλαζε τη ζωή μου.

Προσπάθησα, και δεν τα κατάφερα, να μετατρέψω σε απομνημονεύματα την περιπέτειά τους. Και το χειρότερο, «ξέχασα» να επιστρέψω το βιβλίο. Επιπλέον, αποφάσισα με περισσή αλαζονεία ότι αυτό το μυθιστόρημα του άγνωστου συγγραφέα θα χρησίμευε πολύ περισσότερο σε μένα παρά στους φίλους μου.

Τον καιρό εκείνο, όταν εφάρμοσα το «δανεικά κι αγύριστα», πάσχιζα να βρω έναν τρόπο να αποδράσω από αυτό που ο Πάτρικ Γουάιτ είχε αποκαλέσει «γκρίζο ρεαλισμό» της λογοτεχνίας της πατρίδας μου, να κάνω τα ανεμοδαρμένα βοσκοτόπια του Γκίλονγκ Ρόουντ, ας πούμε, να φανούν φωτεινά και χαρούμενα. Τα πήγαινα καλά με τις ιστορίες που επινοούσα, ακόμα όμως δεν ήμουν σε θέση να αντιμετωπίσω τη μεγάλη πρόκληση. Η απουσία τοπωνυμίων στα διηγήματά μου αποτελεί καλή ένδειξη για το τι προσπαθούσα να αποφύγω, ένα σημάδι ότι ήμουν ακόμη πολύ νέος (και βλαμμένος) ώστε να μπορώ να δω ότι το Μίριονγκ ήταν ένα παράξενο, όμορφο όνομα και ότι το Γουονθάγκι ήταν ένα ποίημα από μόνο του.

Μου πήρε δέκα χρόνια (και είκοσι διηγήματα και ένα μυθιστόρημα) για να απελευθερωθώ από αυτά τα αποικιακά δεσμά, αλλά το πρώτο βήμα, χωρίς καμιά αμφιβολία, έγινε όταν άνοιξα το «Εκατό χρόνια μοναξιά» και διάβασα: «Τον καιρό εκείνο το Μακόντο ήταν ένα χωριό με είκοσι πλίνθινα σπίτια χτισμένα στην όχθη ενός ποταμού με καθαρά νερά που έτρεχαν σε κοίτη με γυαλιστερά βότσαλα, λευκά και μεγάλα σαν προϊστορικά αυγά. Ο κόσμος ήταν τόσο νέος που πολλά πράγματα δεν είχαν όνομα, και για να αναφερθείς σ’ αυτά ήσουν αναγκασμένος να τα δείξεις με το δάχτυλο».

Ετσι έγινε και ο Μάρκες άνοιξε μεμιάς την πόρτα που για τόσο καιρό γρατζουνούσα αδύναμα.

Στην πραγματικότητα το είχε κάνει πιο πριν από τη φράση εκείνη. «Πολλά χρόνια αργότερα, καθώς αντιμετώπιζε το εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θα θυμόταν εκείνο το μακρινό απόγευμα όταν ο πατέρας του τον πήγε να ανακαλύψουν τον πάγο».

Και θα εξακολουθούσε να το κάνει, τη μια γραμμή μετά την άλλη. Είχα μεθύσει με τον Μάρκες. Και, βέβαια, δεν είχα ιδέα τι ακριβώς διάβαζα. Δεν ήξερα τίποτα για την Κολομβία, και ακόμα λιγότερο για το Μακόντο. Ετσι, σαν ξένος αναγνώστης ενός αυστραλιανού έπους, ήμουν ελεύθερος να πιστεύω ότι ο μυθιστοριογράφος είχε προσωπικά επινοήσει το κοάλα και τον πλατύποδα.

Ακόμα και μετά από δέκα χρόνια, όταν εκείνη η αστραπή είχε αρχίσει να δείχνει τα αποτελέσματά της στη δική μου δουλειά, όταν μπόρεσα επιτέλους να δοξάσω ονόματα όπως το Μίριονγκ και το Γουονθάγκι και να αντικρίσω κατάματα τα θαύματα και τις σκληρότητες της γενέθλιας γης μου, εξακολουθούσα να μην έχω ιδέα πώς αναπτύχθηκε η τέχνη του Μάρκες μέσα από τη δική του γη. Εμοιαζα με τον φίλο μου, τον Αυστραλό ζωγράφο Κόλιν Λάνσελι, ο οποίος λάτρευε τον Μιρό και τελικά, όταν πήγε στην Καταλωνία, είδε εκείνα τα «πρωτότυπα» σύμβολα του Μιρό σε κάθε γωνιά.

Ετσι, όπως πολλοί άλλοι της γενιάς μου, μέσα σε μια θύελλα θαυμασμού, διδάχθηκα από τον Μάρκες και τράφηκα ακόμα και από τις παρανοήσεις μου, από όσα δεν είχα καταλάβει.

Βεβαίως, είναι λίγο ανάρμοστο να μιλώ για τον εαυτό μου όταν ο μεγαλύτερος συγγραφέας του καιρού μας πέθανε πριν από λίγο. Αν επιμένω, είναι για να θίξω ένα ευρύτερο θέμα: ότι ενώ η μεγαλοσύνη ενός συγγραφέα μπορεί να σηματοδοτηθεί με διαφορετικούς τρόπους, αντικειμενικά μπορεί να μετρηθεί, πέρα από τα εμπόδια των μεταφράσεων και των ωκεανών, με κριτήριο την επιρροή του στις επόμενες γενιές.

Οπως ο Τζόις και ο Ελιοτ, ο Μάρκες μας έδωσε ένα φως για να το ακολουθήσουμε μέσα στο άγνωστο. Μας έκανε πιο γενναίους, μας γύρισε στο μονοπάτι της αφήγησης και μας έδειξε ότι μια μεγάλη και γενναιόδωρη καρδιά δεν αποτελεί τροχοπέδη στη μεγαλοφυΐα.

* Ο κ. Πίτερ Κάρεϊ έχει κερδίσει δύο φορές το βραβείο Booker, για τα μυθιστορήματά του «Οσκαρ και Λουσίντα» και «Η αληθινή ιστορία της συμμορίας Κέλι».