ΒΙΒΛΙΟ

Μπόρχες: ξανά στα ελληνικά τα Απαντα του μεγάλου Αργεντίνου

mporches-xana-sta-ellinika-ta-apanta-toy-megaloy-argentinoy-2019309

ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ, Απαντα τα πεζά, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Πατάκης, Αθήνα, 2014, Τόμος Ι σελ. 608, Τόμος ΙΙ σελ. 408.

ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ, Ποιήματα, μτφρ. Αντώνης Καλοκύρης, Πατάκης, Αθήνα, 2014, σελ. 312.

Οταν ένας εκδοτικός οίκος κερδίζει πολλά χρήματα από ένα σοφτ πορνό μπεστ σέλερ και το επενδύει κατά μεγάλο μέρος σε τέσσερις τόμους που μάλλον θα αργήσουν πολύ να ισοφαρίσουν το ψηλό κόστος τους, αλλά έχουν τεράστια αναγνωστική αξία για τους εραστές της ποιοτικής λογοτεχνίας, τότε αυτός ο οίκος κερδίζει δικαιωματικά την ευγνωμοσύνη αυτών των εραστών.

Σπεύδω να εξηγηθώ: ο οίκος είναι οι εκδόσεις Πατάκη, το μπεστ σέλερ ήταν οι «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» (ποιος το θυμάται;) και οι τέσσερις τόμοι είναι, φυσικά, η σειρά του Μπόρχες, το πρώτο σημαντικό εκδοτικό γεγονός της φετινής χρονιάς.

Η παλιά τρίτομη έκδοση του Μπόρχες ήταν από χρόνια εξαντλημένη, αφού τα «Ελληνικά Γράμματα» μας έχουν αφήσει χρόνους. Τώρα, με τα δικαιώματα της έκδοσης ξαναπληρωμένα, αλλά και με το υλικό συμπληρωμένο και ξαναδουλεμένο από μεταφραστές άξιους κάθε καλής μνείας, σχεδόν το σύνολο όσων έγραψε ο μέγας Αργεντίνος (λείπουν κάμποσα ποιήματα, καθώς και μερικά δοκίμια που έχουν ενδιαφέρον μόνο για τον Ισπανόφωνο αναγνώστη) είναι ξανά μπροστά στα μάτια μας.

Η νέα σειρά είναι τετράτομη: αποτελείται από «Απαντα τα πεζά» (δύο τόμοι, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις, εγκυκλοπαιδικό λεξικό, γλωσσάρι, εργοβιογραφικό και βιβλιογραφικό σημείωμα, διπλό ευρετήριο ονομάτων και τίτλων: Αχιλλέας Κυριακίδης), «Ποιήματα» (ένας τόμος: εισαγωγή –εδώ και η βιογραφία του–, ανθολόγηση, μετάφραση, σημειώσεις: Δημήτρης Καλοκύρης) και «Δοκίμια» (ένας τόμος: μετάφραση κ.λπ. Αχιλλέας Κυριακίδης – αναμένεται).

Γιατί ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Μπουένος Αϊρες 1899 – Γενεύη 1986) αρέσει τόσο πολύ; Προσπάθησα να διατυπώσω κάποιες απαντήσεις:

Γραμματολογική μεταιχμιακότητα. Μυθιστόρημα, ως γνωστόν, δεν έγραψε. Ολα του τα κείμενα είναι διηγήματα, αλληγορίες, παροιμιόμυθοι, «πεζοτράγουδα», ποιήματα, ιστορίες μπονσάι (short short stories), όνειρα, κριτικές, ιστορικά σημειώματα, ηθικοδιδακτικοί και άλλοι διάλογοι, επιστημονικοφανείς αναλύσεις και δοκίμια. Καθαρά; Κάθε άλλο, το ένα μπλέκει μέσα στο άλλο.

«Διεθνιστική» ευρυμάθεια. Χρησιμοποιώ αυτό τον αδόκιμο όρο, γιατί μου φαίνεται ότι η πολυφορεμένη «διακειμενικότητα» δεν αποδίδει το σύμπαν του Μπόρχες. Εδώ δεν έχουμε απλώς αναφορές σε άλλα κείμενα, αλλά επίσης λαϊκές αφηγήσεις κι έντονα στοιχεία προφορικής παράδοσης ή καθημερινής προφορικότητας, όπως τα έπιασε (ή τα φαντάστηκε) τ’ αυτί του σε καταγώγια και βιβλιοθήκες, σε τόπους αυτοεξορίας και σε καταστάσεις τυφλότητας (ήταν τυφλός πάνω από τη μισή ζωή του). Και όλα στο πολλαπλό. Ρωμαίοι συγγραφείς, αναρίθμητες πόλεις, τόποι ή συνήθειες απ’ όλες τις ηπείρους (με προεξάρχουσα προφανώς τη Νότια Αμερική), Αραβες σοφοί, Ινδιάνοι βασιλιάδες, ευαγγελιστές, Βρετανοί τυχοδιώκτες, πόρνες ποικίλης προέλευσης, Αμερικανοί πεζογράφοι, Ισπανοί εξερευνητές, Εβραίοι φυγάδες, βυζαντινοί χρονογράφοι, πρόσωπα που θυμίζουν καβαφικές φιγούρες, Κέλτες ποιητές, απειράριθμοι κληρικοί, αρχηγοί αιρέσεων και στρατιωτικοί, χορευτές του τάνγκο, Ελληνες φιλόσοφοι, μαχαιροβγάλτες, βιβλιοθηκάριοι και εμπρηστές βιβλιοθηκών, σαμουράι, πρόγονοι του ίδιου του Μπόρχες και πολλά άλλα συμβάλλουν στο μωσαϊκό λογοτεχνικό αμάλγαμα.

Χιουμοριστική διάθεση. Πολλοί είναι οι συγγραφείς που δεν παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά. Μερικοί μάλιστα επιδίδονται σε αυτό με τόση επιτυχία, ώστε καταφέρνουν να αυτοϋπονομεύονται και να «καταντούν» σοβαροί. Πρώτος και καλύτερος ο Μπόρχες, που συνεχώς σου λέει με τον τρόπο του: για σένα γράφω, το χαίρομαι κι εγώ, οκέι, ψυχαγωγήσου απ’ ό,τι διαβάζεις –αλλά εδώ υπάρχει και σάτιρα, και παρωδία, και διακωμώδηση–, βγάζω τη γλώσσα στη σοβαροφάνεια, δεν σου κάνω τον βαρύ, παίζω, το χαμόγελο (τουλάχιστον) θα το σκάσεις.

Φαντασιακό στοιχείο. Ο Μπόρχες περνάει με μεγάλη ευκολία από το πραγματικό στο φανταστικό, ανακατεύει φιλολογικούς και αληθινούς ήρωες, παραδοξολογεί, ρέπει προς το φάνταζι, αξιοποιεί το μεταφυσικό, ανακατεύει αυθαίρετα ανάγνωση, αναγνώστη και κείμενο, επιστρατεύει μυθολογικούς ήρωες από διάφορες μυθολογίες, αντλεί από τον μυστικισμό, εκτελεί συνειρμούς που έρχονται από την ψυχανάλυση και τον σουρεαλισμό – με δύο λέξεις, αφίσταται κατά διαστήματα από τον ρεαλισμό. Αποκορύφωμα αυτής της τάσης, η κριτική ανύπαρκτων βιβλίων, με βιογράφηση των αντίστοιχων ανύπαρκτων συγγραφέων. Εξάλλου, όπως λέει και η εισαγωγή του Δ. Καλοκύρη, ο ίδιος ο Μπόρχες έλεγε για τον εαυτό του: «Ισως να είμαι μια συλλογική παραίσθηση».

Αναγνωρίσιμο στυλ. Τέλος, μαζί με όλα τα παραπάνω, ας λογαριάσουμε ότι χώνει και τον εαυτό του στα κείμενά του, σπάει τη ροή της αφήγησης με (αυτο)σχόλια, αλλάζει αφηγητές, δεν εξαντλεί ποτέ κανένα θέμα (τα τελειώματά του είναι διαφανή, αλλά αφήνουν το αίσθημα της ημιτέλειας, αν όχι του εναλλακτικού) κ.λπ. κ.λπ., γίνεται φανερό ότι δημιούργησε ένα προσωπικό στυλ που πολλοί μιμήθηκαν στη συνέχεια.
Κλείνω με ένα μεγάλο «μπράβο» κι ένα μεγαλύτερο «ευχαριστώ» στον Αχιλλέα Κυριακίδη και στον Δημήτρη Καλοκύρη.