ΒΙΒΛΙΟ

Οι σκοτεινές σελίδες του Μπόρχες

oi-skoteines-selides-toy-mporches-2019310

Βρισκόμουν στη Βαρκελώνη το 1989 συζητώντας με νέους Ισπανούς και Λατινοαμερικανούς συγγραφείς, όταν κάποια στιγμή αναφέρθηκα με ενθουσιασμό στο έργο του Μπόρχες. Οι Ισπανοί οικοδεσπότες «πάγωσαν» και οι Λατινοαμερικανοί φανέρωσαν το εκρηκτικό τους ταμπεραμέντο με απανωτές ερωτήσεις: «Γνωρίζεις ότι ο Μπόρχες ήταν υμνητής του στρατηγού Βιντέλα, διαπρύσιος υποστηρικτής της χούντας που εξαφάνισε 30.000 πολιτικούς κρατουμένους στην Αργεντινή;» «Τι έχεις να πεις για τις δηλώσεις του εναντίον του δημοκρατικού πολιτεύματος;» Και ακόμη, «μήπως μπορείς να μας εξηγήσεις γιατί εν έτει 1976, όταν ολόκληρη η οικουμένη βοά για τα εγκλήματα της χιλιανής χούντας, ο Μπόρχες μεταβαίνει στο Σαντιάγκο για να παραλάβει από τα χέρια του δικτάτορα Πινοσέτ το ανώτατο παράσημο της χώρας του;»

Παρότι εκείνη την ημέρα προσπάθησα να υπερασπιστώ την αυτονομία του λογοτεχνικού έργου, ομολογώ ότι δεν είχα την ανάλογη πληροφόρηση για τις φιλοδικτατορικές δηλώσεις του Μπόρχες, ούτε βέβαια για τη «συγγνώμη» που ζήτησε εκ των υστέρων. Γνώριζα, γενικά και αόριστα, ότι ήταν συντηρητικός, «βικτωριανός» όπως έλεγε, και φανατικός αντιπερονιστής. Δεν είχα ακουστά για την κόντρα του με τον Νερούδα και τον Λόρκα και δεν είχα πάρει στα σοβαρά την αντιπάθειά του για τους έγχρωμους και τους ομοφυλόφιλους! Πολλά από τα λεγόμενά του ηχούσαν στα αυτιά μου ως γραφικές υπερβολές μιας ιδιόρρυθμης προσωπικότητας, που περιφρονούσε το «πολιτικώς ορθό». Φυσικά δεν ίσχυε το ίδιο και για τους ισπανόφωνους συνομιλητές μου.

Ξαναθυμήθηκα ετούτη την άχαρη ιστορία ξεφυλλίζοντας τη νέα έκδοση των απάντων του Μπόρχες στα ελληνικά. Τρεις καλαίσθητοι τόμοι από τις εκδόσεις Πατάκη, όπου παρουσιάζεται για πρώτη φορά ολοκληρωμένο το ποιητικό και πεζογραφικό του έργο, από τους πλέον καταξιωμένους μεταφραστές του, τον ποιητή Δημήτρη Καλοκύρη και τον πεζογράφο Αχιλλέα Κυριακίδη, οι οποίοι όχι μονάχα διέσωσαν ακέραιη τη φωνή του στη γλώσσα μας, αλλά και τη μετέγραψαν δημιουργικά χαρίζοντάς μας κείμενα ισάξια του πρωτοτύπου.

Ωστόσο, στο χρονολόγιο του βίου του, που προτάσσεται στην παρούσα έκδοση (σελίδες 13-30, τόμος Α), παρά τις εκτενείς αναφορές στη διαμάχη του Μπόρχες με τους περονιστές, στα ταξίδια και τα βραβεία του, απουσιάζει τόσο η συμπόρευσή του με το καθεστώς Βιντέλα, όσο και το ταξίδι στη Χιλή και η βράβευσή του από τον Πινοσέτ. Στη σελίδα 25, αίφνης από το 1974 μεταφερόμαστε στο 1981. Παρουσιάζεται έτσι ένα κενό επτά ετών στη βιογραφία του που δεν υπάρχει στις ξένες εκδόσεις των απάντων του. Είναι συμπτωματικά η επταετία του στρατηγού Βιντέλα. Δεν ξέρω αν πρόκειται για αμέλεια του επιμελητή ή κρίθηκε επουσιώδης περίοδος, το γεγονός είναι ότι ο Μπόρχες δεν χρειάζεται μεταθανάτια προστασία ούτε πολιτική «αποκατάσταση». Παραμένει ένας μεγάλος συγγραφέας, με τις αντιφάσεις, τα λάθη και τις ιδιορρυθμίες του. Το ίδιο έχουμε δει να συμβαίνει παλαιότερα και με δύο άλλες «προβληματικές» προσωπικότητες των γραμμάτων, τον Εζρα Πάουντ και τον Λ. Φ. Σελίν. Ομως, παρά τα υμνητικά σχόλια για το έργο τους, ουδείς μελετητής τόλμησε να παραλείψει τη φιλία του Πάουντ με τον Μουσολίνι ή τον αποκρουστικό αντισημιτισμό του Σελίν.

Δεν είμαι πεπεισμένος για τις απόψεις του Μπόρχες. Εχω την εντύπωση πως αντιμετώπιζε την πολιτική σαν ένα ακόμη λεκτικό παιχνίδι, υποδυόμενος άλλοτε τον αναρχικό στοχαστή και άλλοτε τον απόμακρο εστέτ. Ενα πάντως είναι το σίγουρο: Το βραβείο Νομπέλ το στερήθηκε εξαιτίας των πολιτικών του δηλώσεων, όπως τονίζει ο μεταφραστής του στον πρόλογο της γαλλικής έκδοσης των απάντων του και επιβεβαιώνει ο Βρετανός βιογράφος του, Τζέιμς Γούνταλ. Είναι γνωστό ότι η Σουηδική Ακαδημία έλαβε δεκάδες επιστολές –ανώνυμες κι επώνυμες– από πολέμιους της υποψηφιότητάς του και τις έλαβε σοβαρά υπόψη της.
Θα τολμούσα να πω ότι ο Μπόρχες μου θυμίζει περισσότερο την περίπτωση του Μάρτιν Χάιντεγκερ. Ο μέγιστος των φιλοσόφων κατέληξε ο ελάχιστος των ανθρώπων (κατά τον προσφιλή αφορισμό του Χανς Γκαντάμερ) με την περίφημη πρυτανική του ομιλία, όπου διακήρυξε την πίστη του στον ναζισμό και στο πεπρωμένο του Χίτλερ. Το λάθος του Χάιντεγκερ ίσως να είναι και το λάθος του Μπόρχες: και οι δύο πίστεψαν ότι μπορούν «να στοχαστούν το Είναι» ερήμην της Ιστορίας.