ΒΙΒΛΙΟ

Το κόκκινο και το μαύρο

to-kokkino-kai-to-mayro-2028154

Α​​φού σχολιάσαμε τα περί ανδρικής επιθυμίας, με αφορμή το νέο βιβλίο του Μίλαν Κούντερα («Η γιορτή της ασημαντότητας», εκδ. Εστία), ο κύριος Γκρι αναρωτήθηκε: «Ο Αλαίν, που στο μυθιστόρημα, χαζοκοιτάζει τους γυμνούς αφαλούς των νέων κοριτσιών με τα κοντά μπλουζάκια, είναι απόγονος των αγέρωχων Γάλλων επαναστατών ή των μαλθακών ευγενών που σκαρφάλωναν δεμένοι στη λαιμητόμο;». Δεν κατάλαβα γιατί αυτό είχε σημασία. Εξηγήθηκε: «Το αφηγείται ο ιστορικός Ζαν Κλοντ Μπολόν στην “Ιστορία της ερωτικής κατάκτησης” (εκδ. Πολύτροπον): η Γαλλική Επανάσταση επέβαλε το μοντέλο του αρρενωπού και πατριώτη γόη, σε αντίθεση με την καρικατούρα του παρφουμαρισμένου και καραμελοφάγου αυλικού. Ρωτώ, λοιπόν: είναι αρρενωπός γόης ο Αλαίν ή ένας σύγχρονος καραμελοφάγος, ένας ακόμα παρφουμαρισμένος μετροσέξουαλ;».

Η εμμονή του κυρίου Γκρι με το γαλλικό 1789 πάει πίσω, στη σχέση που είχε με τον πατέρα του (τα είπαμε αυτά πριν από δύο Κυριακές). Φαίνεται όμως ότι η κοσμογονία της Επανάστασης δεν αφορά μονάχα τις υψηλές αγωνίες περί ελευθερίας, ισότητας, αδελφοσύνης, αλλά και τις χαμηλότερες: εκείνες της σαρκικής επιθυμίας. Και όλο αυτό διότι η Επανάσταση δημιούργησε τον πρώτο στρατό που αποτελούνταν από πολίτες και όχι από μισθοφόρους. Λέει ο Μπολόν: «Ο μύθος της νεότητας βρίσκει το νόημά του σε αυτή την αντιστροφή των αξιών: “Επί μοναρχίας, εκτιμάται η ευγενική καταγωγή των αρσενικών προγόνων· εφεξής, ο κόσμος δεν τρέφει εκτίμηση παρά για την αξία που απέκτησαν άνδρες νέοι”. Η γοητεία της στολής, το μεγαλείο του άνδρα που αψηφά τον θάνατο, η βίαιη κατάκτηση, έχουν περισσότερη πέραση από τις στρατηγικές ενός Καζανόβα ή ενός Βαλμόν. […] Οι μετακινήσεις των στρατιωτών επιβάλλουν την επίσπευση του περάσματος στην πράξη, καθώς και δεσμούς μικρής διάρκειας. “Οι καρδιές έγιναν, λοιπόν, νομάδες, όπως και οι στρατιωτικές μονάδες”, λέει ο Μπαλζάκ. Ποτέ οι γυναίκες δεν επέδειξαν τόση τόλμη, με “τη βεβαιότητα ότι το μυστικό των παθών τους θα ενταφιαζόταν στα πεδία των μαχών”. […] Η στρατιωτική στολή επιτρέπει στον Φρεντερίκ ντε Καρσί, νεαρό αξιωματικό από φτωχή οικογένεια, να μετάσχει σε ένα χορό χωρίς να ξοδευτεί για μεταμφίεση, και να γοητεύσει τις Παριζιάνες, παρουσιαζόμενος ως Σουηδός υπολοχαγός!». Ο δε Σταντάλ, ο οποίος υπηρετεί αποσπασμένος στην Ιταλία το 1801, σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Μπορώ να εφαρμόσω στην τέχνη της κατάκτησης μιας γυναίκας όλα όσα γνωρίζω από την τέχνη που απαιτείται για να νικήσουμε σε μια μάχη, και να κυριεύσουμε μια πόλη». Αλίμονο όμως: ο «Σταντάλ, συλλέκτης ερωτικών τακτικών, αποδείχτηκε κακός στην εφαρμογή τους». Μάλλον είχε επίγνωση της κατάστασής του: στο μυθιστόρημα «Το κόκκινο και το μαύρο», ο ήρωάς του, ο Ζιλιάν Σορέλ, προσπαθεί να γοητεύσει τη μαντάμ Ντε Ρενάλ μόνο και μόνο για να μην περιφρονήσει τον εαυτό του για την αδυναμία του. «Ειρωνεία της τύχης», σχολιάζει ο Μπολόν, «θριαμβεύει λόγω αυτής της αδυναμίας, ακριβώς όταν πέφτει στα γόνατά της κλαίγοντας». Ο ίδιος ο Σταντάλ σχολιάζει τον ήρωά του: «Ομως, στις πιο τρυφερές στιγμές, καθώς τον έπιασε μια αφύσικη αλαζονεία, θέλησε πάλι να παίξει τον ρόλο του άνδρα που είναι συνηθισμένος να υποτάσσει τις γυναίκες. Εκανε απίστευτες προσπάθειες να καταστρέψει ό,τι πιο αξιαγάπητο είχε».

«Με στολή ή χωρίς στολή, ακόμα και στην αυγή εκείνης της ηρωικής, ρομαντικής εποχής, εφόσον γονάτιζες μπροστά της μόνο και μόνο για να τη ρίξεις στο κρεβάτι, δεν ήσουν παρά ένας ακόμα γελοίος», σχολίασε ο κύριος Γκρι με ένα μισοκρυμμένο χαμόγελο. «Με τόσες δε σκέψεις περί ερωτικής και πολεμικής κατάκτησης, διχάζομαι: ποια μουσική να προτείνω σήμερα». Σκέφτηκε για λίγο. «Λοιπόν: είτε το πρώτο μέρος του Αυτοκρατορικού Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα του Μπετόβεν είτε το πένθιμο εμβατήριο από την Τρίτη συμφωνία του. Αλλά γιατί ο διχασμός; Νομίζω ότι όταν η κουβέντα πάει στην επιθυμία, ταιριάζουν γάντι και τα δύο: και το κόκκινο και το μαύρο».