ΒΙΒΛΙΟ

Ενας παράξενος φόνος

enas-paraxenos-fonos-2031605

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΣΤΕΡΗΣ
Νουθεσία ημιόνου
εκδ. Ινδικτος, σελ. 152

​​Αν συχνά καλά μυθιστορήματα απογοητεύουν με το αμήχανο τέλος τους, στη νουβέλα του Γιάννη Αστερή ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Η αλλόκοτη πλοκή, μολονότι στερείται συνοχής, κορυφώνεται με ένα υπέροχο φινάλε. Μέχρι τότε, όμως, η περιπέτεια του ήρωα μένει ασυντόνιστη, αν και αρχικά κεντρίζει την προσοχή με την αινιγματικότητά της και την πιθανολογούμενη λύση της. Ενας αρχιτέκτονας επιστρέφοντας ένα βράδυ στο διαμέρισμά του από δείπνο σε σπίτι φίλων βρίσκει τη γυναίκα του στραγγαλισμένη και το πρόσωπό της παραμορφωμένο από μια γκριμάτσα περιφρόνησης. Δεν αργεί να συλληφθεί για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως. Γιατί οι εννέα συνδαιτυμόνες, μεταξύ των οποίων και ο υποτιθέμενος οικοδεσπότης, αρνούνται ότι παρέστησαν σε κάποιο δείπνο εκείνο το βράδυ; Γιατί ο φερόμενος ως φονιάς δίνει τόση σημασία στην περιφρονητική γκριμάτσα της νεκρής; Και τι σχέση μπορεί να έχει η υπόθεσή του με το ψυχικό μαρτύριο ενός Αγιορείτη μοναχού;

Ο Αστερής δεν γράφει αστυνομικό μυθιστόρημα, ούτε καν ιστορία μυστηρίου, γι’ αυτό δεν ενδιαφέρεται να απαντήσει κανέναν από τους γρίφους της αφήγησης. Ο ήρωας, του οποίου η ιδιοσυστασία εμφανίζει συμπτώματα ψυχικής ανισορροπίας, μπλέκεται σε παράξενα επεισόδια, που εντείνουν την απορία του για όλα όσα του συμβαίνουν. Κατά τη διάρκεια της προσωρινής του κράτησης τον επισκέπτονται ο δικηγόρος του, τον οποίο ο κατηγορούμενος θεωρεί ενορχηστρωτή της καταδίκης του, η αδερφή του, την οποία σιχαίνεται για την ακατάσχετη αγάπη της και δύο σαλεμένοι μοναχοί του Αγίου Ορους, ο ένας εκ των οποίων υπέφερε από έναν εφιάλτη παρεμφερή με τον δικό του. Ο μοναχός τυραννιόταν από το φάντασμα ενός νεκρού κελιώτη, με τον οποίο είχαν φιλονικήσει σφοδρά στο παρελθόν και ο οποίος ένα βράδυ (το βράδυ της δολοφονίας της συζύγου του ήρωα) τον επισκέφθηκε στον ύπνο του για να τον στραγγαλίσει. Ο στραγγαλισμός ξαφνικά άλλαξε χέρια και ο κοιμισμένος βρέθηκε να πνίγει τον νεκρό εν Χριστώ αδελφό του μέχρι που είδε τη μορφή του αλλοιωμένη από έναν χυδαίο μορφασμό.

Από τη μία οι θεοσεβούμενες παρακρούσεις των μοναχών και από την άλλη η πάλη του φυλακισμένου με τους δαίμονες του μυαλού του, συνυφαίνονται σε μια παρωδία αναζήτησης ψυχικής ανάτασης. Μια ικεσία άφεσης, που καταλήγει τραγέλαφος. Ωστόσο, η κοινή δοκιμασία των τριών ουδέποτε αποκτά νόημα, ενώ ο μακροπερίοδος λόγος, που εκδιπλώνεται με αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία, αναλώνεται σε εσκεμμένες αντιφάσεις, που από ένα σημείο και μετά χάνουν την ειρωνική τους στόχευση. Η γραφή, παρά τις ευρηματικές στιγμές της, ενδίδει στην επιδεικτικότητα, μένοντας ανερμάτιστη, παρασυρμένη από την ορμητική ροή της.

Σε κάποιο σημείο ο ήρωας λέει πως «το χειρότερο κακό που μπορεί να κάνει κάποιος σ’ εμένα προσωπικά είναι να με κλειδώσει σε μια κάμαρα συντροφιά με τον εαυτό μου, σκέτη κόλαση». Αυτή την κόλαση υπέμενε ο αφηγητής στην εξαιρετική Θύελλα, ο οποίος σε έναν πυρετώδη εσωτερικό μονόλογο έτρωγε τις σάρκες του, παλεύοντας να συνυπάρξει με τον δυναστευτικό εαυτό του. Εδώ ο Αστερής επαναφέρει το μοτίβο του πρώτου του βιβλίου, προσδίδοντάς του πιο εκκεντρική μορφή, με μια ακατανόητη δολοφονία και έναν παράφρονα μοναχό. Στο τέλος ο ήρωας φυλακίζεται στον εαυτό του, παγιδευμένος σε ένα κελί, του οποίου τη μεταφορική όψη αποκαλύπτει η ποιητική σκηνογραφία των τελευταίων σελίδων. Στις σελίδες αυτές ο συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει τον ήρωα σε δραματικό πρόσωπο, παρατηρώντας τον να αντιμετριέται με το είδωλό του στο ημίφως του κελιού, μετέωρος ανάμεσα σε έναν καθρέφτη και ένα παράθυρο, σύμβολα εσωστρέφειας και ελευθερίας, αντιστοίχως. Ομως, η υποβλητικότητα της καταληκτικής σκηνής δεν αμβλύνει την ασυναρτησία των προηγούμενων επεισοδίων. Τα αναπάντητα ερωτήματα που ερεθίζουν είναι πρωτίστως εκείνα που υπαινίσσονται μια κάποια απάντηση.