ΒΙΒΛΙΟ

Τι απέγιναν τα παιδιά των Γαρυφάλλων;

ti-apeginan-ta-paidia-ton-garyfallon-2032978

RAQUEL VARELA
Historia do Povo na Revoluçao
Portuguesa 1974-75
εκδ. Bertrand Editora,
Λισσαβώνα, 2014

ALFREDO CUNHA e ADELINO GOMES
Os rapazes dos tanques
εκδ. Porto Editora, Πόρτο, 2014

Μέσα στους πλακόστρωτους δρόμους και δίπλα στα υποβλητικά νεoκλασικά κτίρια του κέντρου της Λισσαβώνας είναι τοποθετημένα τεράστια πλακάτ με εικόνες από το παρελθόν και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του ’74. Τότε που ένα κίνημα μέσα από τις τάξεις του πορτογαλικού στρατού που διαφώνησε με τον αιματηρό αποικιακό πόλεμο στη Μοζαμβίκη, την Αγκόλα και τη Γουινέα θα ανέτρεπε το μακροβιότερο δικτατορικό καθεστώς της Ευρώπης έπειτα από μισό περίπου αιώνα Σαλαζαρισμού. Υπερμεγέθεις ασπρόμαυρες φωτογραφίες έχουν τοποθετηθεί στα σημεία όπου τραβήχτηκαν τότε, αιχμαλωτίζοντας όψεις από την περίφημη «αναίμακτη» Επανάσταση των Γαρυφάλλων.

Στρατιώτες με πυκνές φαβορίτες, περαστικοί που κραδαίνουν θριαμβευτικά εφημερίδες-λάβαρα και φοιτητές με φαρδιές καμπάνες και πλούσια κόμη να υψώνουν τη γροθιά. Ενας φαντάρος σκοπεύει με το όπλο του, πάνω στο οποίο έχει στερεώσει ένα γαρύφαλλο. Ενας μπόμπιρας με φράντζα εποχής κρατάει σφιχτά το χέρι του πατέρα του και κοιτάζει με απορία τον φακό. Εικόνες που το 1974 έκαναν τον γύρο του κόσμου γεμίζοντας όλους όσοι ζούσαν σε δικτατορικά καθεστώτα –συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων– και ήλπιζαν σε μια εξέγερση τέτοιου τύπου.

«Ηδονοβλεψίες της ελευθερίας», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο μεγάλος Ισπανός συγγραφέας Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν που είχε καταφτάσει με το αυτοκίνητό του για να πάρει και αυτός μια μικρή γεύση επανάστασης που, ως εκ θαύματος, είχε αρχίσει σε μια χώρα της Δυτικής Ευρώπης, στην καρδιά της γεωστρατηγικής ζώνης του ΝΑΤΟ.

Πού βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι σήμερα; Τι σκέφτονται; Πώς αποτιμούν το παρελθόν όλοι αυτοί που ξεχύθηκαν στους δρόμους όταν γράφονταν Ιστορία; Σαράντα χρόνια μετά, ο μικρός με τη φράντζα θα είναι μεσήλικας και πιθανότατα άνεργος. Η χώρα γιόρτασε αυτή τη μεγαλειώδη επέτειο σε κατάσταση οικονομικοκοινωνικής κατάρρευσης, με πολύ θυμό. Πώς φτάσαμε από την επανάσταση στη λιτότητα, από την αναδιανομή εισοδήματος στις κυβερνητικές περικοπές, από την επαναστατική ουτοπία στη δυστοπία της οικονομικής κρίσης;

Αυτή η επώδυνη άσκηση αναζήτησης του χαμένου χρόνου εντάθηκε από την ηχηρή απουσία πολλών πρωταγωνιστών της Επανάστασης των Γαρυφάλλων στους εορτασμούς της 25ης Απριλίου, μποϊκοτάροντας έτσι την επίσημη επέτειο. Ο Βάσκο Λουρένσου, ένας από τους ηγέτες της επανάστασης, επέκρινε τη σημερινή κεντροδεξιά κυβέρνηση διερωτώμενος αν η Πορτογαλία πρέπει να παραμείνει στην Ε.Ε. Ο Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο, ο θρυλικός αξιωματικός που έγινε σύμβολο ανατροπής, δήλωσε πως η λιτότητα είναι «η θανατική καταδίκη των ελπίδων και των αξιών της επανάστασης».

Λίγο καιρό πριν, όταν ο πρωθυπουργός Πέδρο Πάσους Κοέλιου ανακοίνωνε νέα μέτρα στη Βουλή, πλήθος κόσμου από τα θεωρεία τον διέκοψε αλλεπάλληλες φορές τραγουδώντας με κατάνυξη την «Γκράντολα Βίλα Μορένα», το τραγούδι που έδωσε το έναυσμα για την έναρξη της επανάστασης το ’74. Ο street artist Μιγκέλ Ζανουάριου υποστήριξε πως η πορτογαλική κυβέρνηση «επέτρεψε νέες μορφές οικονομικής δικτατορίας» – φρασεολογία αρκετά γνώριμη στα καθ’ ημάς, εφάμιλλη του «η Χούντα δεν τελείωσε το ’73». Η επανάχρηση των συμβόλων της επανάστασης και η διαρκής αναφορά σε αυτήν καταδεικνύουν το ειδικό βάρος αυτών των στιγμών στην παρούσα συγκυρία, αλλά και την αδυναμία δημιουργίας νέων συμβόλων και ρήξεων.

Eνα πλήθος επετειακών εκδόσεων έρχεται να ρίξει φως σε εκείνες τις στιγμές και να θολώσει ακόμα περισσότερο τα νερά ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. Ξεχωρίζει το εντυπωσιακό φωτογραφικό άλμπουμ «Τα παιδιά των τανκς», όπου απαντούν όλα τα προαναφερθέντα ενσταντανέ από τις μέρες επανάστασης, με εκτενείς ονομαστικές αναφορές για πρώτη φορά στους φωτογράφους.

Να ξαναδιαβάσουμε την ιστορία «από τα κάτω»

Αξίζει να σταθούμε στην περίπτωση της «Ιστορίας του Λαού στην Πορτογαλική Επανάσταση» της Ρακέλ Βαρέλα, γνωστής μαρξίστριας ιστορικού, που έκανε μεγάλη αίσθηση προσπαθώντας να ανασυνθέσει την επανάσταση «από τα κάτω», στα πρότυπα του Χάουαρντ Ζιν και της περίφημης «Ιστορίας του Λαού των Ηνωμένων Πολιτειών». Η συγγραφέας προτείνει μια ανάγνωση πέρα από το επίπεδο των ελίτ και, συγκεκριμένα, των πορτογαλικών ενόπλων δυνάμεων, που να δίνει φωνή στα κοινωνικά υποκείμενα που παρέμειναν στο περιθώριο της Ιστορίας.

Χαρτογραφεί τις τάσεις της εποχής, μετράει τις απεργίες και τις κινητοποιήσεις, αναλύει τον αντίκτυπο της επανάστασης στους απλούς ανθρώπους αλλά και τη μαχητικότητα των οργανωμένων συνδικάτων, τα οποία εμμέσως αντιπαραθέτει με τη σχετική έλλειψη κοινωνικών κινημάτων σήμερα. Υποστηρίζει ότι όταν η 25η Απριλίου σήμανε το τέλος της πορτογαλικής αυτοκρατορίας η χώρα βρισκόταν στα όρια της κατάρρευσης, που ξεπέρασε με γενναίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Μέσα στους επόμενους μήνες η Πορτογαλία μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά από μια χώρα παρία της Ευρώπης –γνωστής και ως «Αλβανία του Ατλαντικού»– σε πρωτοπόρο σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης και κρατικής πρόνοιας.

Γιατί όμως η πορτογαλική ηγεσία επιμένει να γιορτάζει μόνο τη μέρα της 25ης Απριλίου, αναρωτιέται η συγγραφέας, αγνοώντας τους θαυμαστούς δεκαεννιά μήνες που ακολούθησαν; Πιθανότατα εξαιτίας του ριζοσπαστικού προσήμου τους. Η Βαρέλα αντιπαραβάλλει το σημερινό «αντεπαναστατικό» παρόν με το επαναστατημένο παρελθόν. Τρία εκατομμύρια άτομα ενεπλάκησαν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε σχέση με την παραγωγή και τη διαχείριση του κράτους με αμεσοδημοκρατικό τρόπο – «ένα είδος ιστορικού εφιάλτη για τη σημερινή κυρίαρχη τάξη της Πορτογαλίας», όπως γράφει. Η συγγραφέας ισχυρίζεται πως τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή από το 1976 και μετά: «η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν ήταν μια επέκταση της επανάστασης, αλλά η απότομη διακοπή της, δηλαδή, η ήττα της».

Ομως εδώ η Βαρέλα σφάλλει. Το κοινωνικό συμβόλαιο που γεννήθηκε με την επανάσταση κατοχυρώνοντας εργασιακά –και πολλά άλλα– δικαιώματα εδραιώθηκε με το Σύνταγμα του 1976, βελτιώνοντας ραγδαία το βιοτικό επίπεδο και τα επίπεδα κατανάλωσης των μεσαίων και εργατικών τάξεων. Επίσης, παρά τον επαναστατικό οίστρο, το ποσοστό συμμετοχής στις πρώτες ελεύθερες εκλογές από τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα ξεπέρασε το 90%. Το βιβλίο πάσχει και από τη χαοτική του δομή, την ελλιπή τοποθέτηση των πλούσιων πηγών της εποχής στα συμφραζόμενά τους, καθώς και την ισχνή χρήση προφορικών μαρτυριών. Τέλος, η έντονη ιδεολογική στράτευση ωθεί τη συγγραφέα να παραβλέπει τις διαλυτικές επιπτώσεις των συγκρούσεων μέσα στην αριστερά, να μυθοποιεί τον παράγοντα «λαό» και να αντιμετωπίζει τους εργάτες ως μονολιθικές και στατικές οντότητες της πρωτοπορίας.

Ωστόσο, η Βαρέλα δημιουργεί ένα παθιασμένο αφήγημα. Ζωντανεύει τους ανθρώπους από τα κάτω, τις ελπίδες, τις ψευδαισθήσεις, τις μεγάλες νίκες και τις μεγάλες ήττες τους. Δεν είναι τυχαίο πως το συγκεκριμένο βιβλίο συζητιέται όσο κανένα στην Πορτογαλία, όχι μόνο από τα χαμένα παιδιά της επανάστασης αλλά και από πολύ νέο κόσμο. Ισως έφτασε η ώρα για μια αντίστοιχη ιστορία «από τα κάτω» και σε σχέση με τη δική μας μετάβαση – την τόσο λοιδορούμενη Μεταπολίτευση.

* Ο κ. Κωστής Κορνέτης διδάσκει σύγχρονη ιστορία στο Κέντρο Ευρωπαϊκών και Μεσογειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.