ΒΙΒΛΙΟ

Η δύσκολη ζωή του Ντανίλο Κις

i-dyskoli-zoi-toy-ntanilo-kis-2034358

MARK THOMSON
Birth Certificate: The Story of Danilo Kis
εκδ. Cornell University Press, σελ. 355

Λίγο πριν πέσει η αυλαία του συγκλονιστικού ομότιτλου διηγήματος της συλλογής «Ενας Τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς» του Ντανίλο Κις, ο βασανισμένος πρωταγωνιστής Β. Ντ. Νόβσκι (κατά κόσμον Μπόρις Νταβίντοβιτς Μελαμούντ) συναντά στον διάδρομο του δικαστηρίου όπου διεξάγεται η δίκη του τον μέντορά του, Ισαάκ Ιλιτς Ραβίνοβιτς, ένα από τα άτομα που ο Νόβσκι έχει προδώσει. Αντικρίζοντάς τον, ο Ραβίνοβιτς τον κατηγορεί ότι έχει χάσει τα λογικά του. Ο Νόβσκι επιβεβαιώνει και διαψεύδει ταυτόχρονα την κατηγορία του Ραβίνοβιτς, δείχνοντας ετοιμόλογος με μια διαύγεια πνεύματος η οποία δεν συνάδει με την ψυχοσωματική του ισοπέδωση έπειτα από την πολυαίμακτη ανάκριση στην οποία υποβλήθηκε από το βαθύσκιωτο ανακριτή Φεντιούκιν: «Ισαάκ Ιλιτς, εσείς θα έπρεπε να γνωρίζετε το έθιμο της εβραϊκής κηδείας: τη στιγμή που ετοιμάζονται να μεταφέρουν τον νεκρό από τη συναγωγή στο νεκροταφείο, ένας υπηρέτης του Ιεχωβά σκύβει πάνω από τον μακαρίτη, τον φωνάζει με τ’ όνομά του και του λέει δυνατά: Μάθε ότι είσαι νεκρός!»

Αν στη θέση του υπηρέτη του Ιεχωβά τοποθετούσαμε τον Ντανίλο Κις και σε εκείνη του μακαρίτη τον πατέρα του, Εντουαρντ Κις, τότε η ιστορία του εβραϊκού εθίμου θα μπορούσε να καθρεφτίσει στην αλληγορική της επιφάνεια την παρατεταμένη θητεία στην απώλεια του πατέρα που υπήρξε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του Κις.

Ο νευρωτικός, φασματικός Εντουαρντ Κις εξαφανίστηκε μια μέρα από τη ζωή του Ντανίλο με προορισμό το Αουσβιτς για να επανεμφανιστεί, διόλου απρόσμενα, στα γραπτά του γιου ως τζοϋσική φιγούρα με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Εντουαρντ Σαμ. Ο Εντουαρντ Κις δεν πέθανε, «εξαφανίστηκε», όπως επέμενε να απαντά στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων ο Ντανίλο. Προκειμένου να πείσει τον εαυτό του ότι ο πατέρας του ήταν νεκρός, «Μάθε ότι είναι νεκρός!», προκειμένου να κραυγάσει στο θαμπό είδωλο του πατέρα του που είχε συνθέσει από τα αρνητικά των εικόνων και των παιδικών του αναμνήσεων, «Μάθε ότι είσαι νεκρός!», ο Κις επινόησε στην αριστοτεχνική «Κλεψύδρα» μια εξιδανικευμένη προβολή του Εντουαρντ, φτιαγμένη έτσι ώστε να παραμείνει αδιάβροχη από τις πολύπλαγκτες αναθυμήσεις.

Ο Κις υπήρξε ένας τραχύς μποέμ και κοσμοπολίτης, που αγάπησε εξίσου τον Τζόυς και τον Μπόρχες με τον Ιβο Αντριτς και τον Μίροσλαβ Κρλέζα, τους παθιασμένους καβγάδες για την τέχνη και την πολιτική με το ποτό και τις ωραίες γυναίκες. Η απώλεια του πατέρα και η ιστορία της οικογένειάς του, η «προβληματική ανομοιογένεια» της πολυπολιτισμικής του ταυτότητας, σύμφωνα με τα λόγια του ιδίου –όταν η ορθόδοξη χριστιανή Μαυροβούνια μητέρα του λίγο πριν πεθάνει ζήτησε από τον Κις να αποκηρύξει την εβραϊκή ταυτότητα που είχε κληρονομήσει από τον Ούγγρο πατέρα του, εκείνος αρνήθηκε, θεωρώντας ηθικό χρέος του να παραμείνει Εβραίος– καθώς και η απέχθειά του προς τον φασισμό και τον σταλινισμό αλλά και προς κάθε είδους εθνικισμό, υπήρξαν οι ανεξάντλητες πηγές έμπνευσης του έργου του. Το όραμα του Κις για μια γλωσσοκεντρική λογοτεχνία που θα αναπαριστούσε τις ωσμωτικές πιέσεις της ιστορίας και της πολιτικής και η επακόλουθη προσφυγή του σε καταγεγραμμένες μαρτυρίες και ιστορικά ντοκουμέντα προκειμένου να επιστρώσει τη λογοτεχνία του με την αυθεντικότητα που αρνούνταν η πλαστή εποχή του και το καθεστώς του Τίτο, έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό αλλά και ζηλόφθονη δυσπιστία. Πολύ σύντομα μετά την έκδοση του «Ενας τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς», μια ομάδα υπέρ-συντηρητικών κριτικών και δημοσιογράφων κατηγόρησαν τον Κις για λογοκλοπή. Ο Κις όχι μόνο αθωώθηκε πανηγυρικά αλλά τα πρωτοποριακά έργα του ενέπνευσαν όσο λίγα την πρώτη μετα-κομμουνιστική γενιά των καλλιτεχνών της πρώην ενωμένης Γιουγκοσλαβίας ενώ επίσης γοήτευσαν μείζονες διανοούμενους και συγγραφείς στη Δύση, όπως η Σούζαν Σόνταγκ και ο Φίλιπ Ροθ.

Η μεθοδολογική προσέγγιση του Μαρκ Τόμπσον έχει ως υπόθεση εργασίας ένα δισέλιδο βιογραφικό σημείωμα, το «πιστοποιητικό γέννησης», που συνέγραψε ο Κις το 1983. Ο Τόμπσον ξεψάχνισε το σημείωμα και παρέδωσε μια πολυπρισματική βιογραφία που προσομοιάζει τη φόρμα και τη δομή των μυθιστορημάτων του Κις. Η αφήγηση επομένως είναι μη γραμμική και συνάμα διανθισμένη με πλήθος εγκυκλοπαιδικών ενθέσεων από τη θεωρία της λογοτεχνίας έως την ιστορία της Γιουγκοσλαβίας. Αποφεύγοντας τον ψυχολογικό ρεαλισμό που αποστρεφόταν ο Κις, ο Τόμπσον αφηγείται τη ζωή και το έργο του συγγραφέα όπως εκείνος θα περιέγραφε τη ζωή ενός ήρωά του: με τη σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι το σύνολο των ηρώων που η Ιστορία του απαγόρευσε να γίνει.