ΒΙΒΛΙΟ

Ενας αποτυχημένος γάμος

enas-apotychimenos-gamos-2036574

ΑΜΑΝΤΑ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ
Η γυναίκα του Θεού
εκδ. Κατσανιώτη, σελ. 224

Το μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου είναι σοκαριστικό. Η μεγαλειώδης απορία της ανθρώπινης συνείδησης για την ύπαρξη ή μη του Θεού μετατρέπεται σε συζυγικό δράμα, με τη γυναίκα να μην μπορεί πια να ανεχτεί τον αινιγματικό, απρόβλεπτο και εκνευριστικά λιγομίλητο άντρα της. Μάλλον ο Θεός δεν είναι ο ιδανικότερος σύντροφος, καθώς η επιδέξια απόσυρσή του από τα εγκόσμια του προκάλεσε χρόνια δυσανεξία στις ανθρώπινες ανάγκες. Η γυναίκα του Θεού δυσκολεύεται να τον αγαπήσει, έχοντας ήδη ζοριστεί να απαρνηθεί τη σωματική πτυχή της φύσης της, αλλά και να συγχωρήσει την υπεροψία του και κυρίως τη σιωπή του. Στην αρχή, βέβαια, τον ερωτεύτηκε παράφορα και αντίκριζε την εξανθρωπισμένη εκδοχή του λουσμένη στο φως. Πίστεψε ότι ο αγαπημένος της τής είχε χαρίσει έναν άφθαρτο κόσμο. Με τον καιρό, όμως, την εξιδανίκευση διαδέχτηκε η γκρίνια, όπως, άλλωστε, συμβαίνει με τους επίγειους πόθους. Η γυναίκα, εξοργισμένη με την ουράνια απάθεια του συζύγου της, ο οποίος γύριζε πλευρό και κοιμόταν, αδιάφορος για την προσπάθειά της να τον κατανοήσει, μπαίνει στον πειρασμό της εγκατάλειψής του, προκειμένου να αναζητήσει μια καλύτερη ζωή μακριά του.

Η Μιχαλοπούλου βάζει την ηρωίδα της να αναμετρηθεί με την κρισιμότερη αγωνία του ανθρώπου, δίνοντάς της ταυτόχρονα την ευκαιρία να αποσπάσει πληροφορίες από τον αρμοδιότερο επί του ζητήματος. Στον Θεό, όμως, δεν αρέσουν οι ερωτήσεις, ενώ η επιθυμία της κυριολεξίας τον κάνει να δυσφορεί. Η ανθρώπινη περιέργεια για τη δομή και τα μυστήρια του σύμπαντος είναι καταδικασμένη να μείνει αναπάντητη. Τα όρια της νόησης αφενός και οι δυσεξιχνίαστες βουλές του Θεού αφετέρου καθιστούν απροσπέλαστους τους μείζονες γρίφους της ύπαρξης. Ποια αλήθεια εντέλει εγγυάται την ευτυχία; Εκείνη που κομίζει η πίστη ή εκείνη για την οποία κοπιάζει η λογική; Πώς ο Θεός, ως επιτομή της τελειότητας, είναι ο Δημιουργός ενός ατελούς κόσμου; Η γυναίκα του Θεού, εξουθενωμένη από τον διανοητικό ίλιγγο της αμφιβολίας, καταφεύγει στη μυθοπλασία με την πίστη ότι η φαντασία μπορεί να συλλάβει τα πάντα, οτιδήποτε αδιανόητο. Στις σελίδες ανακαλύπτει έναν τόπο λατρείας. Η συζυγική της απιστία εκφράζεται σε πνευματικό επίπεδο, όταν καταπιάνεται με την επιτέλεση της δικής της κοσμογονίας, κρυφά από τον παντεπόπτη σύζυγο, ο οποίος αποστρέφεται τη λογοτεχνία, επειδή του θυμίζει την αποτυχία της δημιουργίας του, την αποτυχημένη του επίθεση στο χάος.

Εκείνο που, κατά τη γνώμη μου, σοκάρει στο βιβλίο είναι το πόσο αψήφιστα ταπεινώνεται η μέγιστη δοκιμασία της λογικής. Η Μιχαλοπούλου δείχνει να έχει επίγνωση της διάστασης του ζητήματος και του τρόμου του μυαλού, όταν ατενίζει το τίποτα και περιπλανιέται στο πουθενά, έχοντας αποτύχει να εξορθολογίσει την απροσδιοριστία που το πολιορκεί. Από την άλλη, εγκατασπείροντας στην αφήγηση ποικίλα παραθέματα από φιλοσόφους και μυθιστοριογράφους, αποδεικνύει την επιμέλεια της μελέτης της. Ωστόσο, η αρχική της σύλληψη όχι μόνο υποτιμά τη βαρύτητα του θέματος, αλλά και εκτραχύνεται σε εξωφρενικά μυθοπλαστικά επεισόδια, που απέχουν πολύ από την επιδιωκόμενη ειρωνεία.

Προς το τέλος του βιβλίου, η ηρωίδα στρέφεται στη γραφή, γεννώντας, με τη βοήθεια του μολυβιού που κρύβει στον κόλπο της και της Βίβλου, όπου ακουμπά τα χαρτιά της ένα σύμπαν οριοθετημένο από σελίδες, στο οποίο αναζητεί το νόημα και τη συνοχή που της διαφεύγουν στην αληθινή ζωή. Κατ’ εικόνα του φαντασιοκόπου συζύγου της, συνθέτει την προσωπική της θεολογική ιστορία, στην οποία προεξάρχει η ωδή στη φαντασία, που παρηγορεί με κάθε λογής λογικά άλματα τις μεταφυσικές απορίες. Οπως υποστηρίζει η Μιχαλοπούλου, στη λογοτεχνία όλα επιτρέπονται. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια θέματα περισσότερο ευαίσθητα από άλλα, που απαιτούν στον χειρισμό τους ιδιαίτερη προσοχή, όχι για να μην προσβληθεί μια στενόμυαλη ιδέα περί ευσέβειας, αλλά η ίδια η καλαισθησία της σκέψης.