ΒΙΒΛΙΟ

Ανεκπλήρωτη υπόσχεση

anekpliroti-yposchesi-2038178

Ο ​κόσμος δεν είναι απλός, αντίθετα από ό,τι χρησμολογεί ο καταληκτικός στίχος του «Ερωτικού Λόγου» του Σεφέρη. Θα θέλαμε να ήταν ή να γίνει. Η ποίηση όμως μπορεί να είναι απλή, όπως το παρακάλεσε αλλού και ο ίδιος («Ενας γέροντας στην ακροποταμιά») και όπως ήταν άλλωστε στις πιο λαμπρές στιγμές της ιστορίας της.

Η μοντέρνα ποίηση μαζί με τον ρυθμό έχασε και την απλότητά της – ίσως και να πάνε μαζί αυτά τα δυο. Εγινε κρυπτική, αναίτια και άσκοπα δυσνόητη, συχνά απροσπέλαστη. Με τον Τσέλαν η κρυπτικότητα αυτή έφτασε στο απώτατο σημείο της. Δεν πάει άλλο. Ο ποιητικός αυτός κύκλος, μέσα στον οποίο γεννήθηκαν μεγάλα έργα, πρέπει πια να κλείσει. Το ποίημα δεν μπορεί να είναι ένας διανοητικός γρίφος. Οταν είναι γρίφος, χάνεται η συγκίνηση, και χωρίς συγκίνηση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ποίηση. Ο Σολωμός είναι ο πιο δύσκολος ποιητής της νεοελληνικής ποίησης. Η δυσκολία του όμως δεν εντοπίζεται ποτέ στο πρωτογενές επίπεδο του «τι λέει εδώ ο στίχος;». Αρχίζει από κει και πέρα.

Η ποίηση του Διονύση Καψάλη προσπαθεί, μαζί με τον ρυθμό, κατακτημένο από καιρό, σχεδόν εξαρχής, να κατακτήσει τα τελευταία χρόνια όλο και μεγαλύτερη απλότητα. Είναι εξάλλου τόσο βαθιά που δεν έχει καμιά ανάγκη να θολώνει τα νερά για να τα κάνει να φαίνονται βαθύτερα: «Ο στίχος να ’ναι πιο απλός/ και πιο βαθύς –σαν σιωπηλός», γράφει στην  τελευταία  συλλογή  του  Μια  υπόθεση ευδαιμονίας  (Αγρα 2014),  για  την  οποία  ο λόγος εδώ.

Τούτη η πνευματική προσπάθεια για μια ποίηση απλή πάει μαζί με τον πόθο του για έναν κόσμο πιο απλό. Ας φυσήξει επιτέλους ένας αέρας -ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας- για να πάρει όλη τη μαυρίλα και την αντάρα του κόσμου, και να μείνει μόνο η αγάπη. Αυτή μόνο είναι που κάνει τον κόσμο απλό. «Πέρασε κι η βροχή, τώρα βοριάς/ φυσάει απαλός σαν απ’ αλλού,/ υπόσχεση ενός κόσμου πιο απλού». Αυτός ο αέρας όμως πρέπει πρώτα να φυσήξει μέσα σου, γιατί μέσα μας είναι οι σκιές και τα σκοτάδια, ο κερματισμός και η ξενιτιά: «Μέσα μου ας φυσήξει αυτός ο αέρας,/ άπλετος με την πιο βαθιά μου ανάσα,/ να πάρει τα σκοτάδια μου σαν να ’σαν/ πλανόδιες ομίχλες μιας ημέρας,// […] Ναι, μέσα μου ας φυσήξει ένας βοριάς,/ σαν δροσερό αυγουστιάτικο μελτέμι,/ να διώξει αυτόν τον ίσκιο της βαριάς// μελαγχολίας που με κατανέμει/ λίγο εδώ κι εκεί, λίγο σ’ εσένα,/ και λίγο λίγο μέσα μου –στα ξένα». Εκείνος που μιλάει σε αυτά τα ποιήματα ζει μόνος και σαν κυνηγημένος. Ολα τα σπίτια κοιμούνται κι ονειρεύονται και «Μονάχα εγώ δεν ησυχάζω, εγώ/ νιώθω το πρώτο φως στη σιγαλιά/ να σπάει μ’ έναν κρότο από γυαλιά// και σαν αγρίμι από τον κυνηγό/ πετάγομαι απ’ τον ύπνο για να τρέξω/ έξω απ’ το σπίτι, έξω από μένα, έξω».

Αυτός ο κόσμος ο απλός, «παντού χαράς και καλοσύνης» (Σολωμός), δεν θα ’ρθει, η υπόσχεση δεν θα εκπληρωθεί, ο έρωτας δεν θα μείνει, δεν θα γίνει δηλαδή αληθινή αγάπη. «Δεν θα ’ρθει αυτός ο κόσμος, ο πλασμένος/ για σένα και για μένα κι άλλου αιώνα:// όλο θα φτάνει κι όλο θα ’ναι ξένος/ κι όλο θα χάνεται σ’ έναν αγώνα / αγάπης, όλο θόρυβο και μένος». Ο Καψάλης έχει γράψει τα πιο ωραία λυπημένα ποιήματα της νεοελληνικής ποίησης, επειδή έχει τραγική επίγνωση ότι ο απλός κόσμος της αγάπης είναι αδύνατος, επειδή ξέρει ότι ανάμεσα στη Βεατρίκη και σε αυτόν θα υψώνεται πάντα ένας τοίχος: «Γιατί ’σαι τόσο μακριά μου απόψε;/ Δεν θέλω τίποτε –να σου μιλούσα/ και το πολύ πολύ να σε φιλούσα». Φθορά και ματαίωση και αποξένωση. Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, ειδικά η ενότητα «Μέσα κι έξω», είναι ερωτικές ελεγείες. Ο Καρυωτάκης ρίχνει το μαύρο φως του σε όλη τούτη τη συλλογή. Του αντιστέκεται όμως και εδώ, στην ίδια αυτή συλλογή, ο Σολωμός.

«Αν είναι έτσι ο κόσμος, γιατί γράφω;» αναρωτιέται ο ποιητής. Την απάντηση βέβαια την ξέρει ο ίδιος: γράφει επειδή ακριβώς ο κόσμος είναι έτσι, γράφει επειδή ο κόσμος έχει έλλειμμα, και η ζωή και ο καθένας μας έχει έλλειμμα. Γι’ αυτό ποθούμε την αγάπη, δηλαδή έναν κόσμο απλό. Γι’ αυτό γράφουμε και διαβάζουμε ποιήματα. Ο Καψάλης γράφει σαν άνθρωπος της εποχής του – και κάθε εποχής.