ΒΙΒΛΙΟ

Δεσμώτης της συμπόνιας

desmotis-tis-symponias-2040485

Στέφαν Τσβάιχ
«Επικίνδυνος οίκτος»
Μυθιστόρημα,
εκδ. Αγρα.
μτφρ. Μιμίκα Κρανάκη
σελ. 437, 19 ευρώ

«Ψυχολογικό μυθιστόρημα» χαρακτηρίζει το έργο «Επικίνδυνος οίκτος» ο ίδιος ο δημιουργός του, σε μια επιστολή προς τον διάσημο φίλο του Ζίγκμουντ Φρόιντ. «Ενα βιβλίο που μπαίνει λίγο και στα χωράφια της Ιατρικής», όπως αυτάρεσκα συμπληρώνει. Πώς όμως δικαιολογείται αυτός ο χαρακτηρισμός σε μια, εκ πρώτης όψεως, ερωτική ιστορία που διαδραματίζεται στην επικράτεια της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας το μακρινό 1913;

Το μυθιστόρημα ξεκινάει με τη γνωριμία του υπίλαρχου Χοφμίλερ (κεντρικού ήρωα και αφηγητή) με τη μοναχοκόρη του βιομηχάνου φον Κεκεσφάλβα, Εντιθ.
Η πρώτη τους επαφή θα μπορούσε να σταθεί και η απαρχή ενός ρομαντικού ειδυλλίου αν δεν υπήρχε ένα βασανιστικό μειονέκτημα στην έφηβη κόρη: Μια πρόσφατη ασθένεια της έχει προκαλέσει παράλυση των κάτω άκρων! Χωρίς ελπίδα ίασης στο άμεσο μέλλον, η ερωτευμένη Εντιθ έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες της στον Βιεννέζο γιατρό της, που εφαρμόζει πάνω της διάφορες υπαρκτές και ανύπαρκτες θεραπείες. Ποια είναι όμως τα πραγματικά αισθήματα του υπίλαρχου, την αγαπά ή την λυπάται;

Ο πατέρας της Εντιθ, που πενθεί την άρρωστη θυγατέρα του, επικαλείται τον οίκτο του Χοφμίλερ. Ο ίδιος ο αξιωματικός αισθάνεται παγιδευμένος, εξαπατημένος, ανίκανος να αποφασίσει αν πρέπει να ενισχύσει με την ευγενική συμπεριφορά του τις ερωτικές φαντασιώσεις της κόρης ή να κόψει μια και καλή κάθε επαφή μαζί της. Δεσμώτης της ευγένειας και της συμπόνιας, ο κεντρικός ήρωας θα υποστεί τα πάνδεινα. Οι περιγραφές των εσωτερικών συγκρούσεων και των μαρτυρικών επαφών με το σκοτεινό αντικείμενο του οίκτου του, μας θυμίζουν σελίδες ανάλογης έντασης από τη «Μαντάμ Μποβαρί» του Φλομπέρ και την «Αννα Καρένινα» του Τολστόι, αλλά και αφηγήσεις του Φρόιντ, μεστές ψυχαναλυτικών παρατηρήσεων. Για παράδειγμα, το παρακάτω απόσπασμα θα μπορούσε κάλλιστα να είχε βγει από την πένα του δεύτερου: «Υπάρχουν δύο είδη οίκτου –γράφει ο Τσβάιχ– ο ένας, αδύναμος κι αισθηματικός, δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά η ανυπομονησία της καρδιάς να διώξει, όσο γίνεται πιο γρήγορα, τη θλίψη που νιώθει μπρος στη δυστυχία του άλλου…».

Ο υπίλαρχος, πνιγμένος μες στην αμφιθυμία του, θα δοκιμάσει και τα δύο είδη, με δραματικά όμως αποτελέσματα, προσφέροντάς μας στο τέλος μια εικόνα διάλυσης και παρακμής, καθώς το προσωπικό του «Βατερλό» συμπίπτει με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Καθόλου τυχαίο φυσικά. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με σπουδή το σημαδιακό 1939 και ο Αυστριακός συγγραφέας, εξόριστος στο Λονδίνο, γνωρίζει πως ένας συμπατριώτης του δεκανέας ρυθμίζει ήδη τις τύχες της Ευρώπης, προετοιμάζοντας ένα νέο λουτρό αίματος. Πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι αποτύπωση του πολεμικού κλίματος στο τελευταίο κεφάλαιο δεν δικαιολογεί και την άποψη ορισμένων μελετητών, πως ολόκληρο το μυθιστόρημα είναι μια πολιτική αλληγορία. Η αλληλογραφία που διατηρούσε ο Τσβάιχ με τον Φρόιντ δεν μας αφήνει καμιά αμφιβολία για τη φιλόδοξη πρόθεσή του να ενσωματώσει στον πεζό λόγο πρακτικές και μεθόδους από το ντιβάνι του ψυχαναλυτή.