ΒΙΒΛΙΟ

Καλή και πολλή επιστήμη για όλους

kali-kai-polli-epistimi-gia-oloys-2041319

WILLIAM BYNUM
Μικρή ιστορία της επιστήμης
μτφρ.: Νίκος Αποστολόπουλος
εκδ. Πατάκη, σελ. 392

Ο όγκος της παραγόμενης γνώσης παίρνει διαστάσεις κοσμικής έκρηξης. Οι επιμέρους τομείς της, δυσθεώρητοι πλέον κατά τον αριθμό και το βάθος, αποκόβουν τη θέα του πλήρους φάσματός της όχι μόνον από τον μέσο μορφωμένο άνθρωπο αλλά και από τον έναν τομέα στον άλλο. Ομως η ανάγκη για πολίτες με γερή, επικαιροποιημένη γενική παιδεία είναι συνυφασμένη περισσότερο παρά ποτέ με τη δημοκρατία, την πρόοδο, την κουλτούρα της διαρκούς χειραφέτησης. Χρειάζονται λοιπόν εύχρηστα «εργαλεία» για την έγκυρη, αποτελεσματική διάδοση της σύγχρονης γνώσης στο ευρύ κοινό.

Η καλή αρχή έγινε με τη -διάσημη πλέον- «Μικρή ιστορία του κόσμου» του Ernst Hans Gombrich: το κοινό αγκάλιασε την ιδέα μιας περιεκτικής, συνοπτικής αλλά γλαφυρής αφήγησης σύνθετων ιστορικών ζητημάτων. Τακτοποιημένη σε μικρά κεφάλαια και διατυπωμένη σε απλή αλλά όμορφη γλώσσα, η προσπάθεια αυτή καλύπτει ένα ευρύτατο γνωσιακό φάσμα του συγκεκριμένου τομέα. Επειτα από μια «Μικρή ιστορία της φιλοσοφίας» και ένα «Μικρό βιβλίο για τη γλώσσα», έχουμε τώρα στα ελληνικά μιαν έκδοση αντίστοιχης λογικής, που αφηγείται την πορεία της επιστημονικής έρευνας και γνώσης από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα.

Ο συγγραφέας William Bynum, ομότιμος καθηγητής της Ιστορίας της Ιατρικής στο University College London, χωρίζει την ύλη του σε 40 ολιγοσέλιδα κεφάλαια ξεκινώντας από το γενικό-εισαγωγικό «εν αρχή» για να συνεχίσει με την αρχαία Κίνα, την Ινδία και την Ελλάδα και να φτάσει, μέσω του Γαλιλαίου, του Νεύτωνα, του Δαρβίνου και του Αϊνστάιν, στη σημερινή ψηφιακή εποχή. Οι στάσεις της διαδρομής του περιλαμβάνουν την ερευνητική πορεία της ανθρώπινης σκέψης στην προσπάθειά της να κατανοήσει το «πώς»· ο συγγραφέας δεν κουράζεται να υπενθυμίζει ότι η επιστήμη αναζητεί το «πώς» και όχι το «γιατί», καθοδηγώντας έμμεσα αλλά σοφά τον αναγνώστη να αναζητήσει αλλού, στη φιλοσοφία ή τη θρησκεία, τις απαντήσεις σε άλλου είδους ερωτήματα.

Οι προσωπικότητες

Κάθε κεφάλαιο κοσμείται στον τίτλο του με ένα καλαίσθητο, συναφές προς το θέμα του κεφαλαίου, χαρακτικό του Tom Duxbury, εκδοτική επιλογή που προσδίδει στο κατά τα άλλα απέριττο μικρόσχημο βιβλίο μιαν ελάχιστη -πολύ βρετανική- αισθητική διάσταση, που υποστηρίζει απλά αλλά ενεργά την αναγνωστική απόλαυση. Η αφήγηση ακολουθεί παράλληλους δρόμους για να προσεγγίσει πότε την ανάπτυξη της φυσικής και της ιατρικής, πότε των μαθηματικών, της βιολογίας, της αστρολογίας, της χημείας και της γενετικής. Λίγα όμως ονόματα επιστημόνων-στοχαστών καταλαμβάνουν θέση υπότιτλου στα κεφάλαια, αφού στο σύνολο των σαράντα κεφαλαίων εμφανίζονται εννέα μονάχα ονόματα στους τίτλους: Ιπποκράτης, Αριστοτέλης, Γαληνός, Γαλιλαίος, Χάρβεϊ, Μπέικον και Καρτέσιος (μαζί), Νεύτων, Αϊνστάιν. Είναι μια διακριτική αλλά σαφής ιεράρχηση της σπουδαιότητας των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων ως υπέρτερης όλων των υπολοίπων. Στις σελίδες, ωστόσο, του πλούσιου αυτού έργου μαθαίνουμε ακόμη ένα σωρό πράγματα για τον Θαλή και τον Δημόκριτο, τον Αλ Τουσί και τον Ιμπν αλ Σατίρ, τον Παράκελσο, τον Βεσάλιο αλλά και τον Λαβουαζιέ, τον Φάραντεϊ, το ζεύγος Κιουρί και πλήθος άλλους περισσότερο ή λιγότερο επώνυμους (πολύτιμο και απαραίτητο το ευρετήριο ονομάτων και όρων στο τέλος του βιβλίου!), που στρατεύθηκαν με ή χωρίς τιμές, αλλά συχνά με ρίσκα, θυσίες και κινδύνους και πάντοτε με ζήλο, συστηματικότητα και επιμονή στην έρευνα του ανθρώπου και του κόσμου.

Πικάντικες ή τραγικές βιογραφικές και ιστορικές λεπτομέρειες εναλλάσσονται με την παρουσίαση των καθαυτό επιστημονικών επιτευγμάτων. Προσεκτικές δόσεις χιούμορ αλλά και ηθικών παρατηρήσεων και νουθεσιών εγγράφουν το κείμενο στη μεγάλη παράδοση της βρετανικής αφήγησης που δεν φοβάται να απλοποιήσει τα σύνθετα ούτε να αναμείξει τολμηρά τα πιο διαφορετικά υλικά. Διαβάζεται με εγρήγορση και ευχαρίστηση από τον μέσο μορφωμένο αναγνώστη αλλά και από τον φιλομαθή έφηβο, γιατί οι ποσότητες και οι αναλογίες είναι φιλικές προς τον «χρήστη» ενώ ο ρυθμός κρατιέται σταθερός μέχρι το τέλος.

Παραμένει, εντέλει, μυστήριο πώς τα καταφέρνουν οι Βρετανοί τόσο θαυμαστά με τα υλικά της αφηγηματικής κουζίνας σε τόσο διαφορετικά είδη, ενώ στην «κανονική» κουζίνα εξακολουθούν να επιζητούν, στην καλύτερη περίπτωση, την ευγενική συγκατάβαση.