ΒΙΒΛΙΟ

Σε ποιο βαθμό μπορεί η κριτική να επηρεάσει τις πωλήσεις ενός βιβλίου;

se-poio-vathmo-mporei-i-kritiki-na-epireasei-tis-poliseis-enos-vivlioy-2046932

Του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Συνήθως το ερώτημα αυτό υποκρύπτει ένα άλλο: μπορεί μια κριτική να κάνει ένα βιβλίο εμπορικά πετυχημένο; Σε αυτή τη βάση, όμως, το ερώτημα χάνει τη σημασία του. Η εμπορική επιτυχία σήμερα ορίζεται με τα μέτρα της ροζ λογοτεχνίας και βιβλίων σαν τις «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι», που πουλούν πολλές δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Μπροστά τους, ακόμη και το σπουδαίο για ένα απαιτητικό βιβλίο νούμερο των οκτώ ή δέκα χιλιάδων αντιτύπων σε μια αγορά όπως η ελληνική φαντάζει αποτυχία. Στη Γερμανία, το «Και με το φως του λύκου επανέρχονται» της Ζυράννας Ζατέλη είχε πολύ καλές κριτικές και πούλησε είκοσι χιλιάδες αντίτυπα, αλλά ο εκδοτικός οίκος που το έβγαλε θεώρησε ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν ανταποκρινόταν στην επένδυση που είχε κάνει. Με μια πιο μετριοπαθή ερμηνεία του ερωτήματος, η κριτική μπορεί να επηρεάσει θετικά τις πωλήσεις ενός βιβλίου, αλλά σχεδόν μόνο στην περίπτωση που ο συγγραφέας του είναι άγνωστος ή σχετικά άγνωστος. Οι δημοφιλείς συγγραφείς θα πουλήσουν πάνω κάτω ό,τι πουλούν πάντα, όσες θετικές ή αρνητικές κριτικές και αν εισπράξουν. Γι’ αυτό δεν μπορώ να καταλάβω τον θυμό μερικών εκδοτών για μια κακή κριτική που δημοσιεύεται για το α ή το β συγγραφικό αστέρι τους. Και φυσικά, καμιά αρνητική κριτική δεν μπορεί να αποτρέψει τον εκδοτικό θρίαμβο βιβλίων της λεγόμενης γυναικείας λογοτεχνίας, η οποία τώρα πια γράφεται, ειρήσθω εν παρόδω, και από άνδρες που έχουν μάθει τη συνταγή.

Πέρα από αυτό, θέλω να θυμίσω ότι δεν επηρεάζει η κριτική, επηρεάζουν οι κριτικοί – όχι όλοι, όχι στον ίδιο βαθμό και όχι με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν κριτικοί που έχουν ανεπτυγμένο esprit de corps: απευθύνονται συνειδητά στο λογοτεχνικό σινάφι, στο οποίο τοποθετούνται και οι ίδιοι, σέβονται τους κανόνες και τα ήθη του, μιλούν στη διάλεκτό του και αποφασίζουν, ή έτσι αισθάνονται, για τη θέση που θα πάρει ένας συγγραφέας στη λογοτεχνική ιεραρχία. Υπάρχουν έπειτα περιστασιακοί κριτικοί, συνήθως συγγραφείς και οι ίδιοι, που παρεμβαίνουν για να εξυπηρετήσουν κάποιον φίλο τους. Και υπάρχουν εκείνοι που προσπαθούν να ανοίξουν μια ευρύτερη συζήτηση για ένα βιβλίο ή με αφορμή ένα βιβλίο. Ολα αυτά τα μεγέθη προφανώς δεν είναι όμοια, δεν είναι ίση η αξιοπιστία ούτε φυσικά η ακτίνα επιρροής.

Για μένα, εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι η μονιμότερη επίδραση που μπορεί να ασκήσει η λογοτεχνική κριτική στη σκέψη ενός μορφωμένου κοινού με ανησυχίες που δεν περιορίζονται στα καλλιτεχνικά, και η δυνατότητα να διαχυθεί αυτή η επίδραση, μέσω του ρόλου μιας τέτοιας ελίτ, σε άλλες ομάδες ή στρώματα.

* Ο κ. Δημοσθένης Κούρτοβικ είναι κριτικός της λογοτεχνίας στην εφημερίδα «Τα Νέα».

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Η λογοτεχνική κριτική δεν είναι κάτι έξω από τη λογοτεχνία: ανήκει σ’ αυτήν αφού τη θέτει προ οφθαλμών επί καθημερινής σχεδόν βάσεως, προσπαθώντας να καταγράψει όλες τις σημαντικές της εξελίξεις. Η κριτική έχει τη δυνατότητα να ανοίξει διάλογο με τον συγγραφέα ακόμα κι όταν είναι αρνητική (η τελευταία περίπτωση μοιάζει ψυχολογικά δύσκολη αλλά τουλάχιστον προσωπικά την έχω ζήσει κατ’ επανάληψη). Είναι, λοιπόν, αναπόσπαστο κομμάτι της λογοτεχνικής πιάτσας παραδομένο πλήρως στις ανάγκες της; Αν με αυτό εννοούμε πως συνδιαλέγεται όχι με τα πρόσωπα μα με τα κείμενα, τα οποία σχηματίζουν στο οπτικό της πεδίο εκτός από μια σειρά ατομικών μονάδων κι ένα υπό συνεχή διαμόρφωση και αναδιαμόρφωση σύνολο, τότε ναι, η κριτική αποτελεί μέρος της λογοτεχνίας και οι τύχες της δεν μπορεί παρά να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μαζί της. Πού ακριβώς, όμως, θα καταλήξουμε αν ακολουθήσουμε μια τέτοια γραμμή; Μήπως στο ότι η λογοτεχνία και η κριτική της είναι μια υπόθεση μεταξύ επαϊόντων, που μοιράζονται εν στενώ κύκλω τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες, έχοντας την τάση να αυτοκαταναλώνονται; Οσες επιφυλάξεις κι αν κρατηθούν απέναντι σε μια κριτική που επείγεται να σχολιάσει την τρέχουσα παραγωγή, συγκαταριθμώντας στις αποτιμήσεις της και πλήθος βιβλία τα οποία δεν θα αντέξουν στον χρόνο, όσες υποψίες κι αν πέσουν πάνω σε μια λογοτεχνία που βιάζεται να εξασφαλίσει τη διακριτή της θέση στους αξιολογικούς καταλόγους της κριτικής, το γεγονός δεν αλλάζει: τόσο η λογοτεχνία όσο και η κριτική δεν λειτουργούν εν κενώ. Αμφότερες απευθύνονται σ’ ένα λιγότερο ή περισσότερο υποψιασμένο κοινό, που παρακολουθεί συστηματικά την κίνηση των βιβλίων, αλλά και σε μιαν ευρύτερη αναγνωστική κοινότητα, που έρχεται μόνο κατά περίσταση σε επαφή με τα τεκταινόμενα.

Ανάμεσα σε αυτό το ευρύτερο ή στενότερο κοινό και τη λογοτεχνία τοποθετείται η κριτική, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του διαμεσολαβητή. Στρέφοντας το βλέμμα προς τον αναγνώστη, η κριτική θα τον προτρέψει ή θα τον αποθαρρύνει από το να διαλέξει ένα βιβλίο, θα δώσει κάποια κλειδιά για την αποκρυπτογράφηση της μορφής και την κατανόηση του περιεχομένου του και θα χρησιμοποιήσει ένα ζύγι για να το συσχετίσει με παλαιότερα ή νεώτερα λογοτεχνικά παραδείγματα. Το τι θα περισωθεί από όλα αυτά (αν εντέλει περισωθεί κάτι) δεν εξαρτάται από την κριτική. Εκείνη θα συνεχίσει τον διάλογό της με τη λογοτεχνία χωρίς να πάψει να διατυπώνει στους αναγνώστες τη γνώμη της, εφοδιάζοντάς τους κάθε φορά και με ορισμένα τεχνικά εργαλεία, που θα τους βοηθήσουν να αποφασίσουν κατά μόνας για την τελική τους κρίση.

* Ο κ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου είναι κριτικός της λογοτεχνίας στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής».